Διοίκηση Υπηρεσιών και Μονάδων Υγείας
'' Η καλή Ποιότητα των Υπηρεσιών μπορεί να μη μειώνει πάντα το κόστος, όμως η κακή ποιότητα πάντα κοστίζει ακριβά''

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Προβιοτικά και λοιμώξεις

Ο όρος προβιοτικά, αναφέρεται σε ζωντανούς μικροοργανισμούς, οι οποίοι προσομοιάζουν με αυτούς που φυσιολογικά «κατοικούν» στο σώμα μας. Τα προβιοτικά υπάρχουν σε ορισμένα τρόφιμα, όπως τα γιαούρτια, αλλά και σε κάποια συμπληρώματα διατροφής με πιο γνωστά τους λακτοβάκιλλους (ή γαλακτικά βακτήρια) και τα μπιφιδοβακτήρια. Ο εντοπισμός των ευεργετικών δράσεων τους, τα έχει αναγάγει τα τελευταία χρόνια στο κέντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος. Η δράση τους οφείλεται κύρια στο γεγονός ότι επάγουν την ανάπτυξη των «καλών» βακτηρίων στο έντερο μας με αποτέλεσμα τη συνέργεια στην υγεία και ευεξία.


Μείωση στους πληθυσμούς των «καλών» βακτηρίων στο έντερό μας, ή οποιαδήποτε συσχετιζόμενη μεταβολή στη σύσταση της εντερικής μικροχλωρίδας (στο σύνολο των μικροοργανισμών του εντέρου δηλαδή) δύναται να διαταράξει την ομαλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος με πολλαπλές αλυσιδωτές συνέπειες στην υγεία μας. Μια από τις πιο συνηθισμένες αιτίες της εμφάνισης της ανωμαλίας αυτής αποτελεί η θεραπευτική αγωγή με αντιμικροβιακά φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία αν και, στοχεύουν στην καταπολέμηση κάποιου βλαβερού μικροοργανισμού, επιδρούν παράλληλα δυσμενώς, τόσο στον μεταβολισμό των υδατανθράκων, των λιπαρών οξέων και των χολικών αλάτων, όσο και στην ισορροπία της μικροχλωρίδας του γαστρεντερικού σωλήνα. Η μείωση του πληθυσμού των 'φιλικών' βακτηρίων, ευνοεί την ανάπτυξη και τελικά την επικράτηση παθογόνων βακτηρίων, με σύνηθες επακόλουθο τη δημιουργία φλεγμονών στο έντερο, την εμφάνιση διαρροϊκών κενώσεων καθώς και άλλων διαταραχών που σχετίζονται με τη λειτουργία του γαστρεντερικού μας συστήματος. Έτσι, τα βακτήρια - του εντερικού σωλήνα - αδυνατούν πλέον να προστατέψουν από λοιμώξεις παθογόνων ενώ συνήθως απαιτούνται και αρκετές εβδομάδες, μετά το πέρας της κάθε αγωγής, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία της μικροχλωρίδας του εντέρου.

Η πρόκληση διάρροιας αποτελεί συνήθη παρενέργεια μιας θεραπείας με αντιβιοτικά της οποίας η ένταση και διάρκεια ενισχύεται από παράγοντες κινδύνου, όπως η χρήση ευρέως φάσματος αντιβιοτικών σκευασμάτων, η ηλικία, η κατάσταση υγείας του ατόμου, καθώς επίσης και οι επικρατούσες συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης. Παρατηρείται δε, κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής ή ακόμη και μέχρι 20 ημέρες έπειτα ενώ είναι ιδιαίτερα συχνή αφού εμφανίζεται με συχνότητα κοντά στο 20% των περιπτώσεων και μπορεί να είναι ιδιαιτέρως απειλητική όταν έχει μακρά διάρκεια κυρίως σε ευάλωτους πληθυσμούς ασθενών όπως οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά.


Στο ζήτημα αυτό, εμφανίζονται τα προβιοτικά έχοντας το ρόλο τόσο της πρόληψης όσο και ανάμεσα σε άλλα της αντιμετώπισης των προκληθέντων από τη χορήγηση αντιβίωσης, διαρροιών. Με ανταγωνιστική δράση στους παθογόνους μικροοργανισμούς της γαστρεντερικής οδού εμποδίζουν ουσιαστικά την ανάπτυξη «κακών» βακτηρίων αποτελώντας αναπόσπαστο συμπληρωματικό κομμάτι στα πλείστα αντιβιοτικά θεραπευτικά σχήματα που ακολουθούνται.
Σημαντική παράμετρος της αποτελεσματικής δράσης των προβιοτικών αποτελεί η χρονική στιγμή της λήψης τους η οποία θα πρέπει να απέχει αρκετά από την ώρα λήψης της αντιβίωσης προκειμένου να αποφευχθεί η εξουδετέρωση των προβιοτικών από τους αντιμικροβιακούς παράγοντες (τις δραστικές ουσίες ενός αντιβιοτικού φαρμακευτικού σκευάσματος).
Να σημειωθεί ότι, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι επιστημονικά βασισμένες μελέτες οι οποίες συνδέουν άμεσα τη σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαρροϊκών κενώσεων (λόγω λήψης αντιβίωσης) με τη βοήθεια της χρήσης προβιοτικών. Φαίνεται πως, η χρήση Lactobacillus GG, Saccharomyces boulardii, ή ακόμα και ένας συνδυασμός  διαφόρων τύπων προβιοτικών, αποτελεί από τις πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις στο πρόβλημα. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίστηκε ότι τα προβιοτικά, συμπεριλαμβανομένου του L.bulgaricus και L.acidophilus, συντείνουν καταλυτικά στη μείωση της εμφάνισης διαρροϊκών κενώσεων (ως επακόλουθο της χορήγησης αντιβίωσης) έως και στο 55% των περιστατικών.

Έρευνες δεικνύουν επίσης σημαντική ωφέλεια της χρήσης προβιοτικών και στις περιπτώσεις πρόληψης ή προσπάθειας ίασης των ουρολοιμώξεων. Με τον όρο ουρολοίμωξη εννοούμε την ύπαρξη μικροβίων στα ούρα του ασθενούς, ως αποτέλεσμα, συνήθως, του αποικισμού τους στην ουρήθρα και της εγκατάστασης τους στην ουροδόχο κύστη. Στην πλειονότητα τους, οι ουρολοιμώξεις πλήττουν το γυναικείο φύλο λόγω ανατομίας ενώ στον γενικότερο πληθυσμό, τα άτομα που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο είναι τα σεξουαλικώς ενεργά, αυτά με φτωχή υγιεινή, καθώς και οι νοσηλευόμενοι ασθενείς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και αριθμός μελετών που έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης ή/και πρόληψης υποτροπιαζουσών τύπων ουρολοιμώξεων, εστιάζοντας σε μια εναλλακτική θεραπεία η οποία περιλαμβάνει τα προβιοτικά. Σε κάποιες των περιπτώσεων η δράση του Cranberry (ένα είδος μούρου) όταν καταναλωθεί σε συμπυκνωμένη μορφή, δύναται να λειτουργήσει συνεργιστικά με τα προβιοτικά εμποδίζοντας παράλληλα την προσκόλληση των βακτηριδίων στην ουροδόχο κύστη.

Ως εκ των άνω, τα προβιοτικά μπορούν να λαμβάνονται και σε προληπτική βάση για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης κάποιων συγκεκριμένων λοιμώξεων ενώ σε καμιά των περιπτώσεων δεν μπορούν να αποτελέσουν υποκατάστατο ενός θεραπευτικού φαρμακευτικού σχήματος.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να λεχθεί πως ωφέλιμο θα ήταν να συμπεριληφθεί η λήψη προβιοτικών στις διατροφικές μας συνήθειες με ουσιαστικό γνώμονα τις κυριότερες "ωφέλιμες" δράσεις τους οι οποίες εστιάζονται στην:

(α) Επαναφορά της ισορροπίας στην εντερική χλωρίδα και εξασφάλιση της επικράτησης των «καλών» βακτηρίων έναντι των παθογόνων στο έντερο.

(β) Μεγιστοποίηση της άμυνας του οργανισμού έναντι παθογόνων μικροοργανισμών οι οποίοι προκαλούν λοιμώξεις.


Μάριος Κ. Γενακρίτης

GMDP Inspector
BSc. Pharmacy / MSc. Health Management


16 Αυγούστου 2016

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Βασικές αρχές της ορθής φύλαξης φαρμάκων κατά την καλοκαιρινή περίοδο

Με την είσοδο του καλοκαιριού ένα πολύ σημαντικό σημείο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα αποτελεί η διασφάλιση της ορθής φύλαξης των φαρμακευτικών σκευασμάτων τα οποία διατηρούμε στο οικιακό μας "φαρμακείο" τόσο για τις καθημερινές τρέχουσες ανάγκες υγείας όσο και για θέματα πρώτων βοηθειών και έκτακτης ανάγκης. Οι ψηλές θερμοκρασίες, που επικρατούν την εποχή αυτή, δύνανται σε κάποιες περιπτώσεις να επηρεάσουν σημαντικά τη δραστικότητα, αποτελεσματικότητα αλλά και την ασφάλεια μερικών κατηγοριών φαρμάκων. Ακόμη πιο έντονο και επικίνδυνο μπορεί να γίνει το φαινόμενο αυτό – κατά τη διάρκεια της εν λόγω εποχής - λόγω της φύλαξης φαρμακευτικών σκευασμάτων στο χώρο του μπάνιου, στο εξοχικό ή εντός του οχήματος μας οδηγώντας αρκετές φορές και σε πιθανή αλλοίωση τους.


Τα περισσότερα φάρμακα, σύμφωνα και με τις οδηγίες που αναγράφονται στο φύλο οδηγιών χρήσης τους οι οποίες βασίζονται σε επιστημονικές κλινικές μελέτες, πρέπει να φυλάσσονται σε θερμοκρασία δωματίου (20 – 25 βαθμούς Κελσίου), ενώ κάποια άλλα πρέπει απαραίτητα να φυλάσσονται στο ψυγείο σε θερμοκρασίες συνήθως μεταξύ 2 – 8 βαθμών Κελσίου. Κανένα φάρμακο όμως δεν ενδείκνυται να εκτίθεται σε θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου, που είναι και ατύπως η ανώτερη επιτρεπτή θερμοκρασία διατήρησης για την πλειονότητα των φαρμακευτικών σκευασμάτων.  
Η ζέστη μπορεί να αλλοιώσει, κάνοντας αναποτελεσματικά σε ορισμένες περιπτώσεις ή ακόμη και απειλητικά για την υγεία κάποια φάρμακα. Οι αλλοιώσεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε ιδιαίτερα σημαντικές βλάβες ζωτικών οργάνων του σώματος μας ενώ σε περιπτώσεις αναποτελεσματικότητας σημαντικής σημασίας σκευασμάτων - όπως για παράδειγμα η ινσουλίνη για τους διαβητικούς ασθενείς - μπορεί να κινδυνεύσει άμεσα ακόμη και η ίδια η ανθρώπινη ζωή.
Αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, το πλέον ανησυχητικό είναι πως ο ασθενής δεν μπορεί στις πλείστες των περιπτώσεων να διαπιστώσει οπτικά από την εμφάνιση και μόνο εάν ένα δισκίο, σιρόπι ή ενέσιμο διάλυμα έχει αλλοιωθεί (ως απόρροια της φύλαξης του σε μη αποδεκτό εύρος επικρατούσας θερμοκρασίας). Παρόλα ταύτα, εάν παρατηρηθεί κάποιο από τα ακόλουθα φαινόμενα απαραιτήτως πρέπει το σκεύασμα να μην χρησιμοποιηθεί αφού πολύ πιθανόν να έχει υποστεί αλλοίωση:
·         Αλλαγή στο χρώμα ή στη συνοχή του, ανεξαρτήτως από την ημερομηνία λήξεως που αναγράφεται στη συσκευασία του.
·         Περίεργη έντονη μυρωδιά.
·         Δισκία, καψάκια ή υπόθετα να παρουσιάζουν ρωγμές, να είναι πιο μαλακά ή πιο σκληρά (απ’ ότι συνήθως) ή  να "κολλάνε" μεταξύ τους.
·         Διαλύματα (κυρίως σιρόπια εκτός των εναιωρημάτων) να εμφανίζουν αιωρούμενα ιζήματα.
Με δεδομένο ότι, κανένα φάρμακο δεν πρέπει να εκτίθεται σε θερμοκρασίες υψηλότερες από τις ενδεδειγμένες (οι οποίες και αναγράφονται ευδιάκριτα στις συσκευασίες τους), ορισμένες κατηγορίες φαρμακευτικών σκευασμάτων είναι όντως πιο ευάλωτες και ευαίσθητες στη ζέστη. Συγκεκριμένα, τα φάρμακα για τις παθήσεις του θυρεοειδή αδένα, τα αντισυλληπτικά και τα ορμονικά σκευάσματα παρουσιάζουν ψηλή ευαισθησία στις μεγάλες εναλλαγές της θερμοκρασίας. Αλοιφές που περιέχουν υδροκορτιζόνη μπορεί να εμφανίσουν σημαντικά μειωμένη αποτελεσματικότητα λόγω αλλαγής θερμότητας, ενώ η νιτρογλυκερίνη ένα φάρμακο αγγειοδιασταλτικό που βοηθάει στη βελτίωση της ροής του αίματος και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της στηθάγχης αλλοιώνεται πολύ γρήγορα εάν υπερθερμανθεί. Επιπρόσθετα, μεγάλη προσοχή απαιτούν τα αντιεπιληπτικά και αντιπηκτικά φάρμακα, των οποίων ακόμη και μικρές διαφοροποιήσεις στην αποτελεσματικότητά τους μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες για την υγεία των ασθενών που τα λαμβάνουν.

Εκτός όμως από τη ψηλή θερμοκρασία και η φύλαξη των φαρμάκων σε χώρους με αυξημένη υγρασία (π.χ μπάνιο) δύναται να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα σταθερότητας κυρίως σε σκευάσματα που βρίσκονται υπό μορφή σκόνης ή ταμπλέτας διαλυόμενης σε νερό αλλά και σε ταινίες που χρησιμοποιούνται ως διαγνωστικά τεστ (π.χ για τη μέτρηση του σακχάρου, ή τεστ εγκυμοσύνης).
 Η εύκολη "λύση" της φύλαξης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όλων των φαρμάκων, που διατηρούμε στο σπίτι, εντός του ψυγείου εμπερικλείει και αυτή τους δικούς της κινδύνους αφού και το ψύχος παράλληλα μπορεί να αλλοιώσει σκευάσματα τα οποία έχουν παρασκευαστεί ώστε να παραμένουν σταθερά σε θερμοκρασίες δωματίου. Ιδιαίτερα ευαίσθητα στο ψύχος παρουσιάζονται τα εναιωρήματα, δηλαδή τα φάρμακα που πρέπει να ανακινήσουμε καλά πριν από τη χρήση τους προκειμένου να διαλυθεί καλύτερα η δραστική ουσία και να λάβουμε ένα ομογενοποιημένο σκεύασμα. Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να λεχθεί πως εάν στα φάρμακα δεν αναγράφεται η σαφής προειδοποίηση «φυλάσσεται στο ψυγείο» καλό είναι να μην τοποθετούνται εκεί.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι άκρως σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση και να ακολουθούνται ευλαβικά οι συστάσεις για τις συνθήκες φύλαξης, οι οποίες αναγράφονται στη συσκευασία κάθε φαρμάκου ξεχωριστά. Κάθε φάρμακο το οποίο δεν απαιτεί φύλαξη εντός ψυγείου, θα πρέπει να βρίσκεται σε ελεγχόμενη θερμοκρασία δωματίου (γύρω στους 25 βαθμούς Κελσίου) με τη βοήθεια όταν απαιτείται και κλιματιστικών, μακριά από κάθε είδους πηγή θερμότητας και από την απευθείας έκθεση στον ήλιο και την υγρασία.
Τέλος, να σημειωθεί πως, οι κίνδυνοι αλλοίωσης των φαρμάκων το καλοκαίρι δεν περιορίζονται αποκλειστικά εντός του χώρου μιας οικίας. Απαραίτητο είναι όπως δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη φύλαξη τους και στις περιπτώσεις εκείνες που:
·       Κατά τη διάρκεια κάποιου αεροπορικού ταξιδιού αντί να έχουμε τα απαραίτητα φάρμακα μας σε χειραποσκευή, τα τοποθετούμε σε αποσκευή που δώσαμε στο check-in.
·       Κατά τη διάρκεια οδικών ταξιδιών έχουμε τοποθετήσει φάρμακα στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου.
·       Παραλαμβάνουμε φάρμακα μέσω ταχυδρομείου, τα οποία κάνουν αρκετά 24ωρα να φτάσουν στον προορισμό τους χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τις συνθήκες φύλαξης τους κατά τη μεταφορά.
·       Παραθερίζουμε σε καταλύματα και περιοχές όπου υπάρχουν συχνές ή παρατεταμένες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος.



Μάριος Κ. Γενακρίτης

GMDP Inspector
BSc. Pharmacy / MSc. Health Management

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Μηχανισμοί εμφάνισης αντοχής στα αντιβιοτικά



Η δημιουργία νέων αναδυόμενων αντοχών στα αντιβιοτικά από τα βακτήρια αποτελεί πλέον μείζον παγκόσμιο ζήτημα καθώς πληθαίνουν σε ετήσια βάση οι καταγραφές εμφάνισης σοβαρών λοιμώξεων από ανθεκτικά στελέχη, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς ασθενών που πάσχουν από σοβαρά νοσήματα. Με δεδομένη την εν λόγω εικόνα απαραίτητο κρίνεται να γίνουν απόλυτα κατανοητοί οι μηχανισμοί αντοχής των βακτηρίων ούτως ώστε να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα μέτρα θωράκισης των αντιβιοτικών εκείνων σκευασμάτων τα οποία αποτελούν την πρώτη γραμμή στα θεραπευτικά σχήματα που χορηγούνται για ανθρώπινη χρήση.




Τα αντιβιοτικά σκευάσματα με βάση τη δράση τους χωρίζονται σε: (α) βακτηριοκτόνα  τα οποία προκαλούν ταχεία θανάτωση των παθογόνων μικροβίων σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Εδώ ανήκουν τα β-λακταμικά αντιβιοτικά, τα γλυκοπεπτίδια, οι αμινογλυκοσίδες και οι κινολόνες (β) βακτηριοστατικά τα οποία προκαλούν αναστολή του πληθυσμού των παθογόνων μικροβίων  σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Σε αυτά ανήκουν οι τετρακυκλίνες, τα μακρολίδια, οι λινκοσαμίδες και οι σουλφοναμίδες


Description: 20_001


Οι μηχανισμοί εμφάνιησης αντοχής των βακτηρίων στα αντιβιοτικά σκευάσματα διακρίνονται βασικά σε δύο κατηγορίες: (α) τη φυσική ή ενδογενή αντοχή και, (β) την επίκτητη αντοχή.  Η φυσική ή ενδογενής αντοχή είναι χρωμοσωμικού χαρακτήρα και ανεξάρτητη της χρήσης αντιβιοτικών αφού παρουσιάζεται σε όλα τα στελέχη των μικροβίων. Η επίκτητη αντοχή μπορεί να εμφανιστεί είτε μετά από (i) σημειακές μεταλλάξεις στο χρωμόσωμα είτε μετά από την (ii) απόκτηση εξωγενούς γενετικού υλικού από άλλα βακτήρια. Η επίκτητη αντοχή, έχει απόλυτη συσχέτιση με τη χρήση αντιβιοτικών και παρουσιάζεται σε ορισμένα στελέχη μικροβίων.


  1. Οι σημειακές μεταλλάξεις συναντώνται αρκετά σπάνια, είναι τυχαίου χαρακτήρα και αφορούν το χρωμοσωμικό DNA. Επιλέγονται δε, υπό την πίεση των αντιβιοτικών σκευασμάτων και δημιουργούνούν με τον τρόπο αυτό ανθεκτικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεταλλαγμένη θέση πρόσδεσης της πενικιλλίνης της πρωτεΐνης PBP-2a του σταφυλοκόκκου ανθεκτικού στην μεθικιλλίνη (Methycillin Resistant Staphylococcus Aureus - MRSA).
  2. Οι βασικοί τρόποι απόκτησης εξωγενούς γενετικού υλικού από άλλα βακτήρια μέσω της μεταφοράς γονιδίων που εντοπίστηκαν μέχρι σήμερα είναι τρεις:


  • Ο μετασχηματισμός ο οποίος αποτελεί τη διαδικασία πρόσληψης, από ορισμένα βακτήρια, μορίων χρωμοσωμικού DNA (το οποίο έχει προκύψει από τη λύση άλλων βακτηρίων και βρίσκεται ελεύθερο στο περιβάλλον). Στον μηχανισμό αυτό, το "ξένο" DNA εισέρχεται στο κύτταρο-δέκτη όπου και ενσωματώνεται στο χρωμόσωμα του σχηματίζοντας έτσι με ανασυνδυασμό νέα «μωσαϊκά» γονίδια. Αυτό το φαινόμενο είναι σύνηθες σε gram θετικούς (+) κόκκους βακτηρίων.
     
  • Η σύζευξη η οποία χαρακτηρίζεται ως ο βασικότερος μηχανισμός μεταβίβασης γονιδίων αντοχής στους gram αρνητικούς (-) κόκκους βακτηρίων. Η μεταφορά του γενετικού υλικού γίνεται μέσω των πλασμιδίων τα οποία φέρουν ένα ή περισσότερα γονίδια αντοχής (πλασμίδια πολλαπλής αντοχής). Να σημειωθεί ότι, τα πλασμίδια είναι εξωχρωμοσωμικά κυκλικά μόρια διπλής έλικας DNA, τα οποία αντιγράφονται αυτόνομα σε σχέση με το βακτηριακό χρωμόσωμα ενώ κάποιες φορές δύναται να ενσωματωθούν και στο χρωμόσωμα. Στον μηχανισμό σύζευξης απαιτείται η άμεση επαφή μεταξύ δύο βακτηρίων - δότη και δέκτη - η οποία εξασφαλίζεται με ειδικά ινίδια.
  • Η μεταγωγή η οποία εμφανίζεται με τη βοήθεια και μεσολάβηση των ιών με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προσβολή ενός βακτηρίου από έναν βακτηριοφάγο (ειδική κατηγορία ιών οι οποίοι προσβάλουν βακτήρια). Στη φάση πολλαπλασιασμού του βακτηριοφάγου εντός βακτηριακού κυττάρου μικρά τμήματα του βακτηριακού DNA μπορούν τυχαία να ενσωματωθούν στον ιό. Στη συνέχεια και όταν ο ιός προσβάλλει ένα άλλο βακτήριο το DNA του πρώτου ελευθερώνεται στο δεύτερο βακτήριο. Συνήθως όμως το δεύτερο βακτήριο που προσβάλλεται  θανατώνεται από τον ιό. Στην περίπτωση εκείνη όμως που επιζήσει, το πιθανότερο είναι τα ένζυμα του βακτηρίου να αποπολυμερίσουν το ξένο DNA παρά να εμφανιστεί ενσωμάτωση. Εν τέλει, ο δέκτης αποκτά ιδιότητες που δεν είχε προηγουμένως.
    Όλες οι προαναφερθείσες αλλαγές στο γενετικό υλικό των βακτηρίων οδηγούν στην παραγωγή πρωτεϊνών με διαφοροποιημένη δράση που με τη σειρά τους δρουν καταλυτικά στην εμφάνιση της βακτηριακής αντοχής. Οι κυριότερες πρωτεϊνικές αλλαγές αφορούν την παραγωγή αδρανοποιητικών ενζύμων όπως για παράδειγμα οι β-λακταμάσες οι οποίες αδρανοποιούν τα β-λακταμικά αντιβιοτικά και παράγονται τόσο από Gram θετικά (+) όσο και από Gram αρνητικά (-) βακτήρια, μεταβολές στις πενικιλλινοσυνδετικές πρωτεΐνες (PBP) οι οποίες βρίσκονται στον περιπλασματικό χώρο των Gram θετικών (+) βακτηρίων και δεσμεύουν τις πενικιλλίνες και τα άλλα β-λακταμικά μή επιτρέποντας τους να προχωρήσουν στο εσωτερικό του μικροβίου, μεταβολή στη διαπερατότητα των πορινών με αλλαγές στη δομή τους εμποδίζοντας έτσι την είσοδο αντιβιοτικών στο εσωτερικό του βακτηρίου και τέλος, τροποποίηση του τρόπου δράσης η οποία κυρίως εμφανίζεται μεταξύ στελεχών ορισμένου είδους χάνοντας έτσι την ευαισθησία τους σε συγκεκριμένο αντιβιοτικό (όπως οι τετρακυκλίνες για παράδειγμα).
    Παρόλο ότι, η ικανότητα των βακτηρίων να αναπτύσσουν αντοχή στα αντιβιοτικά είναι θέμα συνεχούς εξέλιξης, η μεγαλύτερη ευθύνη βαραίνει τον ανθρώπινο παράγοντα. Έτσι, όσο πιο επισταμένα επιτηρείται και μελετείται εις βάθος το φαινόμενο αυτό τόσο πιο έτοιμη θα είναι και η επιστημονική κοινότητα στην εμφάνιση νέων προκλήσεων και δοκιμασιών προκειμένου να προασπιστεί το πολύτιμο αυτό όπλο της υγείας που το 1928 ο I.Fleming ανακάλυψε τυχαία στα τρυβλία του εργαστηρίου του και που μετέπειτα έσωσε και συνεχίζει να σώζει εκατομμύρια ζωές συνανθρώπων μας.


Marios K. Genakritis


GMDP Inspector


BSc. Pharmacy / MSc. Health Management