Διοίκηση Υπηρεσιών και Μονάδων Υγείας
'' Η καλή Ποιότητα των Υπηρεσιών μπορεί να μη μειώνει πάντα το κόστος, όμως η κακή ποιότητα πάντα κοστίζει ακριβά''

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Επικίνδυνο το σπάσιμο «splitting» των δισκίων

Λόγω της έντονης ύφεσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην οικονομία αρκετοί ασθενείς, σύμφωνα με έγκυρες αναφορές φαρμακοποιών, προχωρούν σε μια απέλπιδα προσπάθεια για μείωση των προσωπικών δαπανών τους για την Υγεία. Μεταβάλουν έτσι, τους τρόπους λήψης των φαρμάκων που λαμβάνουν είτε παραλείποντας όλες ή κάποιες των αναγκαίων δόσεων είτε προβαίνοντας σε αγορά υψηλότερων δυνάμεων κυρίως δισκίων και στη συνέχεια με την ‘κοπή’ τους δημιουργούν οι ίδιοι τις προβλεπόμενες – σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες - γι’αυτούς δόσεις. 

Και οι δύο προαναφερθείσες τακτικές, στις πλείστες των περιπτώσεων, μόνο ζημιογόνες μπορεί να είναι για την υγεία των ασθενών αφού ελλοχεύουν μια σειρά από πιθανούς σοβαρούς κινδύνους. Οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες επιτρέπεται το ‘σπάσιμο’ ενός δισκίου είναι αυστηρά και μόνο όταν κάτι τέτοιο περιλαμβάνεται στις οδηγίες που προέρχονται από τον παρασκευαστή του και είναι παράλληλα εγκεκριμένες τουλάχιστο από κάποια Ευρωπαϊκή Εθνική Αρμόδια Αρχή. Επιπρόσθετα, δισκία τα οποία δεν έχουν κατασκευαστικά κάποια χαραγή που να καθοδηγεί στη δυνατότητα του ‘splitting’ δεν είναι και επιστημονικά ενδεδειγμένο να γίνεται κάτι τέτοιο.
Πέραν τούτου είναι πολύ πιθανή η πρόκληση σύγχυσης σχετικά με την ορθή λήψη μιας δόσης. Αναφέρθηκαν στο παρελθόν περιπτώσεις όπου ασθενείς ενώ είχαν αγοράσει υψηλότερης δύναμης δισκία με σκοπό να προχωρήσουν στην ‘κοπή’ τους, στη συνέχεια το ξέχασαν με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε λανθασμένη χορήγηση λαμβάνοντας εν τέλει υπερβολική ποσότητα φαρμάκου.
Επιπλέον, η ισόνομη κατανομή των δραστικών συστατικών ενός φαρμάκου κατά το ‘σπάσιμο’ του σε μικρότερα μέρη είναι άκρως αμφισβητήσιμη. Μελέτες που κατά καιρούς έγιναν έχουν δείξει ότι η πραγματική δόση σε κάθε μισό ενός δισκίου που διασπάται, χωρίς να ενδείκνυται αυτό σύμφωνα με τον παρασκευαστή του, στις πλείστες των περιπτώσεων είναι ανισομερής. Έτσι, ενώ δύο μισά μπορεί οπτικά να φαίνονται το ίδιο, δεν περιέχουν απαραίτητα και την ίδια ποσοστιαία αναλογία δραστικών θεραπευτικών ουσιών. Με τον τρόπο αυτό οι ασθενείς που τα λαμβάνουν οδηγούνται πολλές φορές, εν αγνεία τους, σε υπο- ή υπερ- δοσολογικά μη αποδεκτά θεραπευτικά σχήματα.


Είναι σημαντικότατη επίσης η λεπτομέρεια πως, ορισμένα δισκία είναι δύσκολο να ‘κοπούν’ λόγω του μικρού μεγέθους ή του ασυνήθιστου σχήματος τους. Αυτοί οι δύο παράγοντες καθιστούν δύσκολη την ίση ‘κοπή’ τους η οποία μπορεί πολλές φορές να οδηγήσει και σε καταστροφή ή/και απώλεια μέρους του φαρμακευτικού σκευάσματος κατά την διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
 Συμπερασματικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι, δεν είναι όλα τα φαρμακευτικά σκευάσματα ασφαλή προς ‘κοπή’ και λήψη. Το κάθε ένα, παρασκευάζεται με προδιαγραφές τέτοιες οι οποίες πάντα συνοδεύονται με τις σχετικές μελέτες αποτελεσματικότητας που βασίζονται με τη σειρά τους σε κλινικές μελέτες πολλών ετών. Επιπρόσθετα, κάποια των σκευασμάτων αυτών έχουν σχεδιαστεί με τρόπο ώστε να απορροφούνται σε συγκεκριμένα μέρη του σώματος π.χ εντεροδιαλυτά φάρμακα. Κάποια άλλα πάλι για να αποδεσμεύουν τις δραστικές τους ουσίες με ένα σταθερό χρονικά ρυθμό. Προς τούτο, ορισμένα από τα σκευάσματα αυτά επικαλύπτονται με ειδικές ουσίες ώστε να ικανοποιείται ο σκοπός για τον οποίο προορίζονται. Πιθανή επέμβαση στις επικαλύψεις αυτές λόγω του ‘σπασίματος’ δύναται να επιφέρει απρόβλεπτες μετατροπές στον τρόπο κυρίως της απορρόφησης τους, μετά από μια λήψη, με πολλαπλούς κινδύνους να παρουσιάζονται για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Ειδικά, τα δισκία με στενό περιθώριο μεταξύ θεραπευτικής-τοξικής δόσης είναι και τα πιο επίφοβα.
Πρόσφατη έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο, που έγινε με τη βοήθεια δισκίων  που συνταγογραφήθηκαν για διάφορες νόσους, όπως Πάρκινσον, καρδιακή ανεπάρκεια, θρόμβωση και αρθρίτιδα ήρθε να επιβεβαιώσει τις πιο πάνω ανησυχίες. Οι ερευνητές ζήτησαν από εθελοντές να κόψουν δισκία διαφορετικών μεγεθών χρησιμοποιώντας τρείς τεχνικές. Οι εθελοντές χρησιμοποίησαν μια ειδική συσκευή, ψαλίδι, μαχαίρι κουζίνας. Τα δισκία που χρησιμοποιήθηκαν διέφεραν τόσο στο σχήμα όσο και το μέγεθος.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ποσοστό 31% των δισκίων που κόπηκαν ήταν διαφορετικά από την αναμενόμενη εναπομένουσα δόση.
Παράλληλα, η έρευνα αποκαλύπτει ότι η συσκευή κοπής ήταν μεν η πιο ακριβής αλλά κατέληγε και αυτή σε σημαντικές αποκλίσεις στο 13% των περιπτώσεων.
Εν κατακλείδι, η πρακτική της ‘κοπής’ ενός φαρμάκου δεν ενδείκνυται να υλοποιείται χωρίς αυτό να είναι πρώτα εις γνώσιν του επιβλέποντα γιατρού και πάντα μετά από σχετικές αναλυτικές οδηγίες και συμβουλές από αυτόν ή τον φαρμακοποιό του κάθε ασθενή. Με δεδομένο πως, τα περισσότερα δισκία δεν είναι κατάλληλα για ‘κοπή’ θα ήταν προτιμότερο αλλά και ασφαλέστερο παράλληλα να υπήρχαν διαθέσιμες στην αγορά από τους παρασκευαστές περισσότερες επιλογές δόσεων ή κάποιες άλλες εναλλακτικές ίδιας δύναμης φαρμακοτεχνικές μορφές.

Μάριος Γενακρίτης
B.Sc Pharmacy , M.Sc Health Management
European Medicines Agency (EMA) Inspector

mgenakritis@gmail.com

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Τροφή και λήψη φαρμακευτικών σκευασμάτων

Οι αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με διάφορες τροφές παρουσιάζουν ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον λόγω με του ότι, τεκμηριωμένα διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με εκείνες που εμφανίζονται μεταξύ φαρμακευτικών σκευασμάτων. Παράβλεψη του φαινομένου αυτού δύναται να οδηγήσει τόσο σε αποτυχία μιας θεραπευτικής αγωγής όσο και σε διατροφικές ανεπάρκειες. Ως εκ τούτου, με βάση τα προαναφερθέντα, σε κάποιες περιπτώσεις οι κατάλληλες ρυθμίσεις στη διατροφή μας όταν λαμβάνουμε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή κρίνονται απαραίτητες.

Στην κατηγορία υψηλού κινδύνου, από τις πιθανές αλληλεπιδράσεις τροφών και φαρμάκων, περιλαμβάνονται κάποιες ιδιαίτερες ομάδες πληθυσμού όπως οι εγκυμονούσες, τα βρέφη, τα παιδιά, οι νηστεύοντες, οι παχύσαρκοι αλλά και οι ηλικιωμένοι - οι οποίοι συνήθως λαμβάνουν περισσότερα του ενός σκευάσματα σε ημερήσια βάση - καθώς και οι χρόνια πάσχοντες των οποίων τα θεραπευτικά σχήματα που ακολουθούν εμπερικλείουν μεγάλο αριθμό σκευασμάτων.


 

Επίδραση της τροφής στη δράση μιας φαρμακευτικής ουσίας

Η ταυτόχρονη λήψη τροφής – φαρμάκου πιθανό να οδηγήσει σε:
Μείωση ή αύξηση του ρυθμού απορρόφησης του φαρμάκου.

Επιβράδυνση ή επιτάχυνση της δράσης ενός σκευάσματος.

Καμιά αλληλεπίδραση.


Ιδιαίτερα σημαντική συνισταμένη αποτελεί τόσο η οδός χορήγησης όσο και ο μηχανισμός με τον οποίο απορροφάται το κάθε φάρμακο από τον ανθρώπινο οργανισμό. Εάν για παράδειγμα ένα φάρμακο απορροφάται δια μέσω του στομαχιού, τότε η παρουσία τροφής σε αυτό πιθανό να αυξομειώσει την απορρόφησή του, και επομένως τα αποτελέσματα της δράσης του φαρμάκου θα αρχίσουν να εμφανίζονται γρηγορότερα ή αργότερα αναλόγως. Όμως, όταν ένα φάρμακο απορροφάται από την εντερική οδό, τότε η ύπαρξη τροφής στο στομάχι αναμένεται να καθυστερήσει τη διάβασή του στο έντερο, και επομένως την απορρόφησή του με συνέπεια, τα αποτελέσματα της δράσης του σκευάσματος να καθυστερήσουν να εμφανιστούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα θετικής επίδρασης της διατροφής στη θεραπεία μπορεί να θεωρηθεί η περίπτωση μακροχρόνιας λήψης αντιβιοτικών σε συνδυασμό με ένα διαιτολόγιο που περιλαμβάνει αυξημένη κατανάλωση γιαουρτιού, η οποία συμβάλλει καταλυτικά στην αποκατάσταση της χλωρίδας του εντέρου. 

Παρόλα ταύτα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα σε κάποιες των περιπτώσεων μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση συγκεκριμένων δραστικών ουσιών, όπως η κυπροφλοξασίνη, η δοξυκυκλίνη, η κετοκοναζόλη και η ιτρακοναζόλη. Επιπρόσθετα, το ασβέστιο – ως βασικό συστατικό των γαλακτοκομικών προϊόντων - τείνει να ενωθεί με αντιβιοτικές δραστικές ουσίες όπως η τετρακυκλίνη και μινοκυκλίνη, οι οποίες χορηγούνται κυρίως για την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η ακμή και η κυστίτιδα, οδηγώντας στον σχηματισμό ενός συμπλόκου στο έντερο, το οποίο δεν μπορεί να απορροφηθεί εύκολα από τον οργανισμό μειώνοντας έτσι τη δραστικότητα τους έως και 80%. Έτσι, προκειμένου να είναι αποτελεσματική μια θεραπεία με τετρακυκλίνη, πρέπει αυτή να λαμβάνεται τουλάχιστον δύο ώρες πριν ή μετά την κατανάλωση τροφής που περιέχει ασβέστιο. Το ίδιο ισχύει και κατά τη λήψη σκευασμάτων σιδήρου, αφού έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα εμποδίζουν  με πανομοιότυπο τρόπο την απορρόφησή του από το ανθρώπινο σώμα.

Κάποιες άλλες χαρακτηριστικές περιπτώσεις αλληλεπίδρασης τροφίμων με φάρμακα αποτελούν:

Η κατανάλωση συγκεκριμένων λαχανικών και βοτάνων, όπως το κουνουπίδι, το μπρόκολο, το σπανάκι, το λάχανο και το πράσινο τσάι, πλούσια όλα τους σε βιταμίνη Κ, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο ευνοώντας παράλληλα την πήξη του αίματος. Όταν τα τρόφιμα αυτά λαμβάνονται σε συνδυασμό με αντιπηκτικά φάρμακα ,όπως για παράδειγμα η βαρφαρίνη, έχουν ως  συνέπεια τη δραματική μείωση στη δράση τους.

Η παρουσία λιπαρής τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα αυξάνει την απορρόφηση των λιποδιαλυτών φαρμάκων ενώ κρέας το οποίο έχει ψηθεί στα κάρβουνα καλό είναι να αποφεύγεται από τους πάσχοντες από άσθμα, επειδή κατά το ψήσιμο αναπτύσσονται ορισμένες χημικές ουσίες οι οποίες ελαττώνουν τη δράση της θεοφυλλίνης η οποία περιέχεται στα πλείστα αντιασθματικά σκευάσματα. Τα καπνιστά επίσης τρόφιμα περιέχουν ουσίες που διεγείρουν τη λειτουργία συγκεκριμένων  ενζύμων (οξειδάσες) του εντέρου και του ήπατος, τα οποία εμπλέκονται άμεσα στο μεταβολισμό των φαρμάκων.

Παρόλο που, τα πλούσια σε φυτικές ίνες τρόφιμα (δημητριακά ολικής αλέσεως, φρούτα, λαχανικά, όσπρια) είναι σημαντικό να αποτελούν τμήμα της καθημερινής μας διατροφής, δύναται να επιβραδύνουν την απορρόφηση πολλών φαρμάκων – μεταξύ αυτών της διγοξίνης (χορηγείται για την αρρυθμία), της μετφορμίνης (για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα) και των στατινών (μειώνουν τη χοληστερόλη) -. 

Η κατανάλωση χυμού εσπεριδοειδών μπορεί να αλληλεπιδράσει με αρκετές κατηγορίες φαρμάκων όπως: (α) αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης οδηγώντας σε αύξηση των επιπέδων των φαρμάκων στον οργανισμό, (β) ανταγωνιστές ασβεστίου, (γ) ορισμένα φάρμακα που χορηγούνται για τη μείωση της χοληστερόλης, (δ) σκευάσματα οιστρογόνων όπως είναι τα αντισυλληπτικά, (ε) αγχολυτικά φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες, αλλά και με κάποια αντιισταμινικά φάρμακα και σκευάσματα που δρουν κυρίως στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Το φαινόμενο αυτό φαίνεται να οφείλεται σε ορισμένα - κατά τα λοιπά ευεργετικά - φλαβονοειδή που περιέχονται στα εσπεριδοειδή τα οποία μπλοκάρουν τη δράση μιας οικογένειας ενζύμων που αφθονεί στο ήπαρ και εμπλέκεται στον μεταβολισμό περίπου του 60% των φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Με την καφεΐνη επίσης, καθώς και με άλλα συστατικά του καφέ φαίνεται να αλληλεπιδρούν αρκετά είδη φάρμακων (μεταξύ αυτών αντικαταθλιπτικά, οιστρογόνα, φάρμακα για τον θυρεοειδή και σκευάσματα για την οστεοπόρωση). Πρόσφατη μελέτη έδειξε πως όσοι καταναλώνουν καφέ λίγο πριν ή λίγο μετά τη λήψη λεβοθυροξίνης (θεραπεία για τον υποθυρεοειδισμό), παρουσιάζουν μείωση έως 55% στην απορρόφησή της. Κάποιες άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι ο καφές μπορεί να μειώσει έως και 60% την απορρόφηση του φαρμάκου αλενδρονάτη που χορηγείται για την οστεοπόρωση. Υπάρχει επίσης, στο εμπόριο, μια πλειάδα συνταγογραφούμενων σκευασμάτων που δύναται να αυξήσουν τη δράση της καφεΐνης μέσω της δέσμευσης ενός ενζύμου (CYP1A2) το οποίο μετέχει ενεργά στον μεταβολισμό της.

Τέλος, το αλκοόλ αλληλεπιδρά με μεγάλο αριθμό φαρμάκων μέσω ποικίλων μηχανισμών, γι’ αυτό και σαν γενικός κανόνας απαγορεύεται η κατανάλωση αλκοόλ εάν λαμβάνεται οποιοδήποτε φάρμακο. Η απαγόρευση αυτή είναι ιδιαιτέρως αυστηρή όσον αφορά τα φάρμακα που δρουν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα - όπως τα αντικαταθλιπτικά και τα αγχολυτικά – λόγω του γεγονότος πως ένας τέτοιος  συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια συνειδήσεως ή ακόμα και να αποδειχθεί μοιραίος για την ανθρώπινη ζωή. 


Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχουν διάφοροι τύποι αλληλεπιδράσεων τροφής - φαρμάκων οι οποίοι ποικίλουν τόσο σε ένταση, εύρος αλλά και σε σημασία. Είναι απαραίτητο οι ασθενείς να συμβουλεύονται το γιατρό τους αναφορικά με τη διατροφή που πρέπει να λαμβάνουν κατά τη διάρκεια ακολουθίας κάποιας συγκεκριμένης θεραπευτικής αγωγής, και φυσικά να αναφέρουν παράλληλα τυχόν παρατηρήσεις που εντοπίζουν σχετικά με την αποτελεσματικότητα των σκευασμάτων που τους έχουν χορηγηθεί. 

 

Μάριος Γενακρίτης

B.Sc Pharmacy , M.Sc Health Management
European Medicines Agency (EMA) Inspector

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

What is the difference between the term" Aseptic" and ''Sterile''

Aseptic is related to conditions and handling, Sterile is related to the state of a product.

Aseptic means that you apply such techniques that infection or contamination of the work in progress will be prevented and the product will be rendered virtually free of micro-organisms. Aseptic conditions will in general be combined by the use of disinfectants. Disinfectants partially kill micro-organisms and inhibit their growth and can at best reach a sterility assurance level of 10e-3.

Sterile means that micro-organisms will be absent from the product under discussion. To reach this the product for which you claim sterility has been treated in such a manner that it can be assumed that all micro-organisms have been killed (preferably by heat treatment) with a statistical defined sterility assurance level of at least 10e-6. Or in other words; at maximum 1 in a million items may show non-sterility.

 

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Η σημασία της συμμόρφωση των ασθενών στη φαρμακευτική αγωγή

Η ορθή ιατρική διάγνωση καθώς και ο σχεδιασμός του κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος, μπορεί να χαρακτηριστούν ως οι βασικότεροι πυλώνες της αποτελεσματικής αντιμετώπισης μιας νόσου και κατ’ επέκταση της ενίσχυσης της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Ως "συμμόρφωση ασθενούς" ορίζεται o βαθμός στον οποίο η συμπεριφορά ενός ατόμου όσον αφορά τη λήψη φαρμάκων, συνοδευόμενη κάποιες φορές και από αλλαγές στη δίαιτα ή στον τρόπο ζωής, συμβαδίζει τόσο με τις ιατρικές συμβουλές όσο και με τη φαρμακευτική αγωγή που εκάστοτε χορηγείται. Η φαρμακευτική συμμόρφωση συνδέεται άρρηκτα με τη λήψη του σωστού φαρμακευτικού σκευάσματος, την κατάλληλη στιγμή, στην απαιτούμενη δόση και για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του εκάστοτε θεράποντα ιατρού.

Η μη συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπευτική αγωγή που τους συνίσταται αποτελεί σημαντικό πρόβλημα που δύναται να οδηγήσει σε ανεπάρκεια ή ακόμα και σε πλήρη αποτυχία μιας ιατρικής παρέμβασης με επιζήμιες συνέπειες, κυρίως: (α) στην υγεία των ασθενών, (β) στην αποτελεσματική χρήση των συστημάτων υγείας αλλά και, (γ) στην αξιολόγηση της πραγματικής ικανότητας και επάρκειας των ιατρικών παροχών γενικότερα. Επιπρόσθετα, το φαινόμενο αυτό επηρεάζει και σε οικονομικό επίπεδο την κοινωνία προκαλώντας αισθητή μείωση στη σχέση κόστους-απόδοσης των ιατρικών παρεμβάσεων.


Το πρόβλημα της μειωμένης συμμόρφωσης των ασθενών είχε εντοπιστεί πριν από περίπου 2.000 χρόνια, με τον Ιπποκράτη να προειδοποιεί τους γιατρούς της εποχής όπως δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάλυση των αιτιών που οδηγούσαν τους ασθενείς τους να ψεύδονται αναφορικά με την τήρηση των ιατρικών οδηγιών που τους έδιναν. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις μέρες μας, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO-2003), η φαρμακευτική συμμόρφωση των ασθενών που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες μόλις που αγγίζει το 50%. Το μεγαλύτερο δε πρόβλημα εστιάζεται σε ασθένειες ψυχικής διαταραχής με βασικότερη εξ’αυτών την κατάθλιψη ενώ έκπληξη αποτελεί το γεγονός της επέκτασης του φαινομένου ακόμη και σε περιπτώσεις ανίατων νόσων όπως για παράδειγμα σε από του στόματος χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων προς καρκινοπαθείς.

 
Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε ο οργανισμός "eyeforpharma", με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, η μη συμμόρφωση των ασθενών στη φαρμακευτική αγωγή έχει ένα ετήσιο κόστος της τάξης των 30 εκατομμυρίων δολαρίων για το Εθνικό Σύστημα Υγείας των ΗΠΑ, εκφράζοντας παράλληλα σχεδόν το 50% των συνολικών ταμειακών αποθεμάτων του κράτους. Μέσα από την ίδια έρευνα σημαντική κρίνεται και η διαπίστωση πως 90 εκατομμύρια Αμερικανοί πολίτες δεν κατανοούν ακριβώς την ασθένεια τους, είτε τη λειτουργία της θεραπευτικής αγωγής που τους χορηγείται. Τα συμπεράσματα αυτά αντικατοπτρίζουν, σύμφωνα με τον ίδιο οργανισμό, το μέγεθος του προβλήματος όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε πολλές άλλες χώρες σε παγκόσμιο επίπεδο.

 
Η τήρηση ενός θεραπευτικού πλάνου και η συμμόρφωση με τη φαρμακευτική αγωγή αποτελεί μια συνεχή και δυναμική διαδικασία η οποία επηρεάζεται από αρκετούς παράγοντες με κυριότερους:

·         Κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες (φύλο, κοινωνικό status, οικονομική κατάσταση, γεωγραφική θέση).

·         Παράγοντες που αφορούν τη νόσο (φύση της νόσου, σοβαρότητα των συμπτωμάτων της, βαθμός δυσλειτουργίας που δημιουργεί καθώς και η διάρκεια της).

·         Παραμέτρους της θεραπείας (η πληροφόρηση σχετικά με αυτή, η περιπλοκότητα της, η αμεσότητα των επιθυμητών αποτελεσμάτων, πιθανές προηγούμενες αποτυχίες στην ίδια θεραπεία ή εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών).

·         Παράγοντες που σχετίζονται με το σύστημα υγείας (η ποιότητα της σχέσης ασθενούς – επαγγελματία υγείας, η ευκολία πρόσβασης, η ανάπτυξη καθώς και οι επιλογές που το σύστημα υγείας προσφέρει στους ασθενείς).

·         Παράγοντες που αφορούν τον ίδιο τον ασθενή (η γνώση και η προσέγγιση του σχετικά με την ασθένεια και τη θεραπεία της, οι προσδοκίες που έχει για  το αποτέλεσμα της θεραπείας, η στάση και οι πεποιθήσεις του απέναντι στο σύστημα υγείας που τον εξυπηρετεί).



Εκτός από τα αίτια και παράγοντες, που προαναφέρθηκαν, οι επαγγελματίες υγείας απαιτείται να γνωρίζουν όσο το δυνατό περισσότερα στοιχεία αναφορικά με μια τέτοια συμπεριφορά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν όσο πιο αποτελεσματικά το φαινόμενο. Η σημαντικότητα αυτής της αναγκαιότητας αντικατοπτρίζεται και μέσα από μια πρόσφατη έρευνα της "Cutting Edge Information" στην οποία φάνηκε οι αμερικανικές φαρμακευτικές εταιρίες να έχουν αυξήσει τα κονδύλια που σχετίζονται με την ενίσχυση της συμμόρφωσης των ασθενών στη φαρμακευτική αγωγή, από 400.000 δολάρια το 2009 στο 1,5 εκατομμύριο δολάρια για το έτος 2012 – μια αύξηση δηλαδή της τάξης του 281% μέσα σε μόλις 3 χρόνια.

 
Επιπρόσθετα όλο και περισσότερες ενδείξεις, μέσα από στατιστικές μελέτες, αποδεικνύουν ότι τα ανησυχητικά χαμηλά ποσοστά Φαρμακευτικής Συμμόρφωσης έχουν μεγάλο αντίκτυπο στο επίπεδο υγείας των πληθυσμών, σε σημείο που κάθε προσπάθεια βελτίωσης των ήδη υπαρχουσών θεραπευτικών αγωγών να χαρακτηρίζεται ως αναποτελεσματικό μέτρο αντιμετώπισης.


Τέλος, αυξημένη Φαρμακευτική Συμμόρφωση έχει συνδεθεί με την δραστική μείωση της εμφάνισης επιπλοκών και κινδύνου αναπηρίας, σε ασθένειες όπως η υπέρταση και ο διαβήτης αυξάνοντας παράλληλα το προσδόκιμο ζωής των ασθενών. Σε μεταδοτικές χρόνιες παθήσεις ψηλά επίπεδα Φαρμακευτικής Συμμόρφωσης φαίνεται να σχετίζονται με βραδύτερη κλινική εξέλιξη της νόσου, καθώς επίσης και με χαμηλότερα επίπεδα θνησιμότητας. 

 
Όσον αφορά την επίδραση του φαινομένου στα Συστήματα Υγείας, τα θετικά επακόλουθα ενός υψηλού επιπέδου Φαρμακευτικής Συμμόρφωσης περιλαμβάνουν κυρίως τη μείωση των εισαγωγών στα νοσοκομεία αλλά και τη μείωση του κόστους θεραπείας και νοσηλείας των ασθενών. Ταυτόχρονα η επίτευξη των επιθυμητών κλινικών αποτελεσμάτων, ως συνέπεια της Φαρμακευτικής Συμμόρφωσης, αυξάνει την αποτελεσματικότητα του εκάστοτε φαρμακευτικού σκευάσματος ενώ μεγιστοποιεί παράλληλα και την εμπιστοσύνη των ασθενών προς τον ιατροφαρμακευτικό τομέα γενικότερα.

 

Μάριος Γενακρίτης

Φαρμακοποιός, Αντιπρόεδρος ‘‘Φαρμακοποιών του Κόσμου – Κύπρου’’ , Μέλος Εθνικής Επιτροπής Επιτήρησης Μικροβιακής Αντοχής

B.Sc Pharmacy , M.Sc Health Management
European Medicines Agency (EMA) Inspector

 

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Superbugs found in New York’s Hudson River


They thought it was only happening in the rivers of India—but scientists have now discovered antibiotic-resistant superbugs in the Hudson River around New York.
Untreated raw sewage, pumped directly into the river, appears to be the source, say scientists from the city’s Columbia University. The bugs are resistant to common antibiotics such as ampicillin and tetracycline, which are usually used to treat ear infections, pneumonia and salmonella.

According to NASA and NOAA, last month was one of the hottest months on record globally, and the 340th month in a row to hit higher-than-average temperatures. This week is especially bad as a “drunken” weather pattern rips across the Midwest and East Coast. All of this sticky heat means people are desperately seeking ways to cool off, but if you’re taking a dip in the Hudson River, as sweaty New Yorkers undoubtedly will do this weekend, you may be cooling down with some unsavory swimming buddies.

In certain spots between Westchester’s Tappan Zee Bridge and lower Manhattan, the study—published this week in the Journal of Water and Health—found antibiotic-resistant pathogens in the river. Even better, they think the microbes can be tracked back to untreated sewage. Now doesn’t that just make you want to get out the sunscreen and go all Wet Hot American Summer?

Humans often get infections after going swimming, however, and they are rarely serious enough to require antibiotics. But there could be health concerns down the line. As noted by the researchers from Columbia University, rivers can serve as incubators for bacteria. Kind of like the way some rookie criminals learn new tricks in prison, superbugs in rivers can easily pass their drug-resistant genes on to normal bacteria. The microbes found in the Hudson are resistant to ampicillin and tetracycline, anitibiotics commonly used for ailments from ear infections to pneumonia.

Antibiotic-resistant MRSAMaryn McKenna, author of Superbug, says this isn’t the first time antibiotic-resistant bacteria have been found in U.S. rivers. (She wrote about the topic for Wired in 2011.) “This report looks interesting because the researchers found disease-causing organisms that were resistant,” McKenna told me in an email. “In the past, the findings have been of benign bacteria that happened to be carrying resistance DNA.” She says these new findings may mean more direct risk of causing disease in humans.

Of course, this is just another chapter in the story of antibiotic-resistance. The Infectious Diseases Society of America reports that 2 million Americans develop hospital-acquired infections a year. This results in 99,000 deaths, “the vast majority of which are due to antibacterial (antibiotic)-resistant pathogens.” Aside from untreated sewage, resistance has been linked to overuse of antibiotics in both people and livestock. In fact, the Natural Resource Defense Council (which publishes OnEarth) reports that over 80 percent of antibiotics in the U.S. is used on food animals, most of whom aren’t even sick. Yum.

Sweating yet? Our summertime heroes used to be the ice cream man and the lifeguards at your neighborhood pool. But you’d do well to add water quality scientists to that list—because they’re the ones who are really looking out for you.

Image: NIAID

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Τα placebo και τα αποτελέσματα του εικονικού φαρμάκου στην ιατρική (by M.Genakritis)


Marios Genakritis
Pharmacist, MSc Health Management, Cyprus
Εισαγωγή

Με τον όρο placebo ορίζεται το εικονικό φάρμακο που χορηγείται συνήθως κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών σε ομάδες ελέγχου, το οποίο, αν και δεν περιέχει κάποια δραστική ουσία δημιουργεί την αίσθηση βελτίωσης των συμπτωμάτων σε ένα ασθενή μετά από τη λήψη του. Η ετυμολογία της λέξης placebo στα Λατινικά σημαίνει " θα κάνω καλό "  ενώ ως όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά γύρω στον 14ο αιώνα 1. Η ιστορία του εικονικού φαρμάκου ξεκινάει από την Αρχαία Ελλάδα με τον μεγάλο ιατρό των ελληνιστικών χρόνων Γαληνό να αναφέρεται ως ο πρώτος παρασκευαστής τέτοιων φαρμακοτεχνικών μορφών. Ο Γαληνός διαπίστωσε ότι τα σκευάσματα τα οποία χορηγούσε, προκαλούσαν ίαση της νόσου περισσότερο στους ασθενείς εκείνους που τον εμπιστεύονταν, σε σχέση με όσους δεν του έδειχναν εμπιστοσύνη.
Στη σύγχρονη ιατρική έρευνα τα εικονικά φάρμακα αποτελούν ένα
σημαντικό μεθοδολογικό εργαλείο αφού χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως στους ελέγχους κλινικών δοκιμών νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων και θεραπειών ενώ αποτελούν παράλληλα μια σημαντική πειραματική παρέμβαση.

 
Ιστορική αναδρομή στα Εικονικά φάρμακα και την κλινική έρευνα

Μέχρι το έτος 1950, η αποτελεσματικότητα των περισσότερων θεραπειών βασιζόταν σε παθοφυσιολογικές παραμέτρους οι οποίες πήγαζαν από μη τεκμηριωμένες παρατηρήσεις και συλλογισμούς εμπειρογνωμόνων εν τη απουσία διενέργειας συγκριτικών επιστημονικών μελετών 2. Το μεγαλύτερο μέρος της κλινικής γνώσης βασιζόταν επίσης σε μη συγκριτικές έρευνες, με ελάχιστες εξαιρέσεις 3.

Το έτος 1801 αποτελεί τον πρώτο σημαντικό χρονικά σταθμό όταν ο βρετανός ιατρός J. Haygarth κατέγραψε τα αποτελέσματα της πρώτης μετέπειτα καλούμενης  ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο δοκιμής 4. Μια συχνή θεραπευτική μέθοδος για την ανακούφιση από πολλές ασθένειες εκείνη την εποχή ήταν η εφαρμογή
μεταλλικών ράβδων (Perkins
tractors) στο σώμα.
Η συμπτωματική θεραπεία γινόταν μέσω της
ηλεκτρομαγνητικής επίδρασης του μετάλλου. Ο Haygarth αποφάσισε να εφαρμόσει σε πέντε ασθενείς ‘’θεραπεία’’ με πανομοιότυπους ξύλινες ράβδους όταν  και τελικά διαπίστωσε ότι τέσσερις εκ των οποίων είχαν ιδιαίτερα ανακουφιστικά αποτελέσματα. Ακολούθως χρησιμοποίησε στο ίδιο δείγμα ασθενών, την επόμενη κιόλας μέρα,  τις μεταλλικές ράβδους λαμβάνοντας
όμοια αποτελέσματα αφού και πάλι τέσσερις εκ των πέντε ατόμων ανέφεραν ανακούφιση. Είναι απόλυτα σαφές ότι ο
Haygarth είχε βιώσει , με το πείραμα αυτό, πρώτος την έννοια του φαινόμενου placebo δηλώνοντας παράλληλα και το θαυμασμό του για την ισχυρή νοητική επίδραση σε καταστάσεις διαταραχής του σώματος5.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα οι ερευνητές στο χώρο του φαρμάκου, άρχισαν δειλά δειλά να εφαρμόζουν απλές- τυφλές κλινικές δοκιμές. Στις δοκιμές του τύπου αυτού, ζητούσαν από  φαρμακοποιούς να φτιάξουν σε διαφορετική συσκευασία, αλλά με την ίδια πάντα εμφάνιση, τόσο τα πραγματικά, όσο και τα εικονικά φάρμακα. Στη συνέχεια, ο ιατρός χορηγούσε σε κάποιους ασθενείς το πραγματικό φάρμακο και σε κάποιους άλλους το εικονικό χωρίς όμως οι ίδιοι οι ασθενείς να είναι ενήμεροι για τη διεργασία αυτή και δίχως να γνωρίζουν παράλληλα αν λάμβαναν το πραγματικό ή το εικονικό φάρμακο.
Για τους φαρμακοποιούς, η διαδικασία της παρασκευής τέτοιων σκευασμάτων ήταν εξαιρετικά επίπονη λόγω του γεγονότος ότι το placebo θα έπρεπε να είναι ακριβώς το ίδιο στην εμφάνιση με το πραγματικό φάρμακο.

Μόλις στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Γερμανός γιατρός
Adolf Bingel πραγματοποιήσε μια μεγάλης σχετικά κλίμακας συγκριτική κλινική μελέτη για την αξιολόγηση συγκεκριμένων επιπτώσεων της αντιτοξίνης στον ορό της διφθερίτιδας για τη θεραπεία της εν λόγω νόσου 6. Ο Α. Bingel ήθελε με τον τρόπο αυτό να διαπιστώσει εαν η παρουσία της αντιτοξίνης στον ορό ήταν υπεύθυνη για το αποτέλεσμα ή εάν η θεραπεία με ορό που δεν
περιέχει την αντιτοξίνη θα έδινε συγκρίσιμα αποτελέσματα. Έτσι χορήγησε εναλλάξ σε σύνολο 937 ασθενών ορό διφθερίτιδας
με αντιτοξίνη και φυσιολογικό ορό αλόγου (εικονικό φάρμακο) προκειμένου να συλλέξει και να αξιολογήσει το αποτέλεσμα. Καταληκτικό συμπέρασμα του ήταν ότι η θεραπεία με φυσιολογικό ορό αλόγου έδωσε παρόμοια κλινική έκβαση
με αυτή που εμφανίστηκε στην παρουσία ορού με αντιτοξίνη.
Ακολούθως, ο Ψυχίατρος, W.H.R Rivers δημοσιεύοντας το 1907 την εργασία του για την «επίδραση της αιθυλικής αλκοόλης στον κάμαδο» εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια της Διπλής- τυφλής- μελέτης. Τη μη γνώση δηλαδή ούτε του ιατρού, ούτε του ασθενή για το ποιος λαμβάνει το πραγματικό και ποιος το εικονικό φάρμακο. Μόνος γνώστης της παραμέτρου αυτής, ο φαρμακοποιός και μέσω αυτού, ένας επιπλέον ανεξάρτητος ερευνητής. Ως εκ τούτου, από την δεκαετία του 1920 και έπειτα αρχίζει να εμπλουτίζεται σιγά σιγά η διεθνής βιβλιογραφία με διπλές- τυφλές- μεθόδους μελέτης φαρμάκων. Η γενικότερη άποψη αναφορικά για τα εικονικά φάρμακα μέχρι και τη δεκαετία του 1950 επικεντρωνόταν στο ότι ‘δεν βλάπτουν αλλά πιθανόν να ανακουφίζουν σε τελική ανάλυση τον ασθενή' 7. Με τη χρήση των εικονικών φαρμάκων σε
έρευνες, οι κλινικοί γιατροί άρχισαν σταδιακά να αναγνωρίζουν την θεραπευτική αξία της χορηγήσεως αδρανών παρασκευασμάτων σε ασθενείς των ομάδων ελέγχου δοκιμής.

Παρόλα ταύτα, ο τρόπος της διεξαγωγής των μελετών αυτών εξακολουθούσε να ακολουθεί λάθος κατεύθυνση. Οι ερευνητές με δεδομένο ότι δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν, το πραγματικό φάρμακο από το placebo, έκαναν τυχαίους διαχωρισμούς αναφορικά με το ποιος ασθενής θα καταταχθεί στη μία και ποιος στην άλλη ομάδα. Τη λύση του προβλήματος αυτού έδωσε ο Bradford Hill με την "τυχαιοποίηση" (randomization). Με βάση τη μέθοδο αυτή οι ασθενείς επιλέγονταν να μπουν στη μία ή στην άλλη ομάδα με τυχαίο τρόπο, αλλά με τρόπο που και οι δύο αυτές ομάδες να παρουσιάζουν πανομοιότυπα χαρακτηριστικά (π.χ ως προς το φύλο, την ηλικία, την εθνολογία, τη βαρύτητα της νόσου κλπ) 8.

Τέλος ο γιατρός-αναισθησιολόγος H.K. Beecher, ο οποίος θεωρείται ο θεμελιωτής της μετά- ανάλυσης στην κλινική έρευνα των φαρμάκων το 1955, συγκρίνοντας πάνω από 25 μελέτες εξήγαγε το συμπέρασμα ότι περίπου το 1/3 των ασθενών αυτών είχε βελτιωθεί χάρη στο «φαινόμενο placebo» 9. Το αποτέλεσμα αυτό λειτούργησε ως καταλύτης στην επαναξιολόγηση δεκάδων φαρμάκων αλλά και στον προσεκτικότερο σχεδιασμό των μελετών.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ PLACEBO

Τη δεκαετία του 1950, διάφοροι επιστήμονες ξεκίνησαν να ερευνούν τις πιθανότητες ύπαρξης παραγόντων οι οποίοι καθορίζουν ή/και προσδιορίζουν τον βαθμό ανταπόκρισης στο εικονικό φάρμακο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εντοπιστεί ευκολότερα αν υπήρχε, πριν από την έναρξη μιας δοκιμής, η δυνατότητα διαχωρισμού των  ανταποκριθέντων από τους μη ανταποκριθέντες, στο εικονικό φάρμακο. Μεγάλος αριθμός πειραμάτων πραγματοποιήθηκε με το προσανατολισμό αυτό χωρίς ωστόσο να εξαχθούν ασφαλή αποτελέσματα και συμπεράσματα που να διευκρινίζουν περαιτέρω μια τέτοια πιθανή συσχέτιση 10. Οι έρευνες αυτές όμως, οδήγησαν στην διατύπωση τριών βασικών θεωριών αναφορικά με την ύπαρξη του φαινομένου placebo:11

1. Θεωρία των ενδορφινών: Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιδρά θετικά στην ιδέα λήψης ενός σκευάσματος το οποίο όπως πιστεύει θα αποκαταστήσει την υγεία του. Η αντίδραση αυτή του εγκεφάλου βασίζεται στην έκκριση ενδορφινών που αποτελούν το φυσικό παυσίπονο του οργανισμού. Με βάση τη θεωρία αυτή, οι Howard Fields, Donald Price, et al., κατάφεραν να αναστείλουν με Ναλοξόνη (ανταγωνιστής απιοειδών) την αναλγησία που είχε προκληθεί μετά από χορήγηση placebo. 12

2. Θεωρία του Pavlov: Ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται με τρόπο τέτοιο που αν η πρώτες επαφές ενός ατόμου με κάποιο επαγγελματία υγείας (ιατρό ή φαρμακοποιό) τον οδήγησε στη λήψη ενός φαρμάκου το οποίο βελτίωσε την υγεία του, έκτοτε, κάθε φορά που θα έρχεται σε επαφή με τους συγκεκριμένους επιστήμονες θα λαμβάνει θεραπεία η οποία σίγουρα θα έχει θετική επίδραση την υγεία του. Συνεπώς και όταν μια πραγματική θεραπεία αντικατασταθεί από ένα εικονικό φάρμακο, ο εγκέφαλος επαγωγικά θα αντιδράσει με πανομοιότυπο τρόπο.

3. Θεωρία της προσδοκίας: Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής προσδοκά επίμονα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη θεραπεία, ώστε υποσυνείδητα αναζητεί εκ των προτέρων να το αποδείξει και με στοιχεία. Έτσι, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο ίδιος ο παρατηρητής επηρεάζει το πείραμα στο οποίο συμμετέχει. Το μοντέλο αυτό της προσδοκίας είναι πολύ διαδεδομένο και για πολλές άλλες περιπτώσεις της ψυχολογίας.

4. Γενετική θεωρία. Σύμφωνα με τη νεώτερη αυτή θεωρία ένας αριθμός ανθρώπων αντιδρά θετικότερα σε ένα εικονικό φάρμακο, σε σχέση με άλλους, λόγω συγκεκριμένων γονιδίων που κουβαλά και που  σχετίζονται επίσης με την επαγωγή ή μη της κατάθλιψης. Η επιβεβαίωση της ισχύς της θεωρίας αυτής σε συνδυασμό με την απομόνωση τέτοιων γονιδίων ίσως οδηγήσει στην αποκωδικοποίηση του γενετικού προφίλ που θα πρέπει να έχουν οι συμμετέχοντες σε κλινικές δοκιμές των φαρμάκων προκειμένου να λειτουργεί πιο ορθολογικά το φαινόμενο placebo.

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ - ΕΜΦΑΝΙΣΗ nocebo
Παράλληλα με την εκτενέστερη μελέτη της εφαρμογής των παραπάνω θεωριών μια νέα λέξη έκανε την εμφάνιση της τελευταία στη βιβλιογραφία. Πρόκειται για το Nocebo που ουσιαστικά αποτελεί το κατοπτρικό είδωλο της λέξης placebo. Η λέξη παράγεται από το λατινικό ρήμα Nocere που σημαίνει προξενώ ζημιά-βλάβη. Η ανάγκη για την εμφάνιση της λέξης αυτής βασίζεται στη διαπίστωση ότι όπως υπάρχουν ασθενείς που θεραπεύονται με την εικονική θεραπεία, επειδή πιστεύουν ότι θα θεραπευτούν (placebo effect), έτσι υπάρχουν και ασθενείς στους οποίους ακόμη και η εικονική θεραπεία προξενεί ανεπιθύμητες ενέργειες επειδή αντίστοιχα πιστεύουν ότι οποιοδήποτε φάρμακο κι αν λάβουν, θα τους βλάψει (Nocebo effect) 13.

Έτσι, το 1961 o WP Kennedy εισήγαγε και επίσημα τον όρο "nocebo"
προκειμένου να διαχωρίσει τις ευχάριστες ψυχικά επιπτώσεις  που πιθανά επιφέρει ένα εικονικό σκεύασμα σε σχέση με επιβλαβή αντίστοιχα αποτελέσματα14. Ο
R.A Hahn, στον αντίποδα, για τον  ορισμό του nocebo λαμβάνει σημαντικά υπόψη την προσδοκία του λήπτη. Με βάση τα προαναφερθέντα, αν κάποιος αναμένει να βιώσει μια αρνητική επίδραση και τελικά κάτι τέτοιο υλοποιηθεί τότε παρατηρείται η εμφάνιση του φαινομένου nocebo το οποίο χαρακτηρίζεται επίσης και ως ‘παρενέργεια’ του placebo 15. Η μελέτη των αποτελεσμάτων του φαινομένου αυτού παρεμποδίζεται επιπροσθέτως και από κάποιες ηθικές ανησυχίες αναφορικά με το εάν οι πειραματικές μελέτες επιδράσεων του nocebo περιλαμβάνουν εξαπάτηση είτε και πιθανές επιβλαβείς εκβάσεις στους συμμετέχοντες. Ως εκ τούτου, γίνεται δυσκολότερη η εξαγωγή ασφαλών αποτελεσμάτων γύρω από την έρευνα για την εμφάνιση του φαινομένου nocebo 16.


Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ
PLACEBOS ΣΤΙΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
Πριν εγγραφεί ένα φάρμακο για κυκλοφορία και χρήση υπάρχει η νομική απαίτηση της απόδειξης της αποτελεσματικότητας του με επιστημονικά τεκμηριωμένες και επαρκείς μελέτες.
Πολλές ομάδες έχουν ερμηνεύσει τον κανόνα αυτό ως υποχρεωτική
σύγκριση με μία μη θεραπευόμενη ομάδα με τη βοήθεια εικονικού φαρμάκου, παρόλο ότι η ερμηνεία αυτή έρχεται σε αντίθεση με την ηθική υποχρέωση της χορήγησης μιας ήδη καθιερωμένης θεραπείας προς όλους τους ασθενείς. Επιπρόσθετα έχει εντοπιστεί σημαντικά αδικαιολόγητη χρήση εικονικών φαρμάκων σε κάποιες συγκεκριμένες κλινικές έρευνες που διενεργούνται κατά καιρούς17.

Η συχνότερη παρανόηση που δημιουργείται γύρω από την έννοια των placebos αφορά την αντίληψη που επικρατεί σχετικά με την  ισοδυναμία, σε μια μελέτη, των ομάδων ελέγχου που λαμβάνουν ένα εικονικό φάρμακο με εκείνη που δεν λαμβάνει καθόλου θεραπεία. Είναι γενικά αποδεκτό ότι μια διπλή-τυφλή τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη (RCT) αποτελεί την καλύτερη μέθοδο έρευνας για τη μελέτη της αποτελεσματικότητας των κλινικών παρεμβάσεων.

Ωστόσο, η χρήση των εικονικών φαρμάκων στην παρουσία άλλων διαθέσιμων αποτελεσματικών θεραπειών εγείρει ένα σημαντικό ηθικό ερώτημα. Κάθε νέα πειραματική φαρμακευτική θεραπεία επιβάλλεται να συγκριθεί είτε με μια καθιερωμένη θεραπεία ή να αποδείξει την υπεροχή της έναντι στο εικονικό φάρμακο, προκειμένου να γίνει αποδεκτή αφού τεκμηριωθεί παράλληλα και η αποτελεσματικότητα της. Οι Rothman & Michels (1994) έχουν επικρίνει τη χρήση εικονικού φαρμάκου σε ελεγχόμενες δοκιμές για  νέα φάρμακα λόγω της πιθανότητας εμφάνισης μη αναστρέψιμων συνεπειών, τη στιγμή που υπάρχουν άλλες καθιερωμένες σχετικές θεραπείες οι οποίες δύναται να χρησιμοποιηθούν για συγκριτικούς και στατιστικούς σκοπούς18.

Προς την κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητο να υπάρχει συναίνεση από πλευράς των ασθενών αναφορικά με τη γνώση της λήψης κάποιου ενεργού σκευάσματος ή ενός εικονικού φαρμάκου κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους σε μια δοκιμή του τύπου αυτού. Τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται κατά καιρούς ενισχύονται περαιτέρω από την εμφάνιση αυτοκτονιών που συνδέονται με άτομα που πάσχουν από σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη, μετά από τη χρήση εικονικού φαρμάκου και τη συμμετοχή τους σε δοκιμές νέων φαρμάκων.

 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Παρά τον μισό περίπου αιώνα που έχει παρέλθει από την ένταξή του placebo στη σύγχρονη ιατρική, το φαινόμενο αυτό δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητό. Η σημαντικότατη, για την εποχή της, μελέτη του  Η.Κ Beecher που διενεργήθηκε το 1955 η οποία έδειξε μια συνολική μέση απόκριση του εικονικού φαρμάκου κοντά στο 35%, είχε επικριθεί εξ απαρχής έντονα για τις μεθοδολογικές αδυναμίες  που παρουσίαζε (Kienle & Kiene, 1997) 19.

Τα placebos, που σήμερα αποτελούν ουσιαστικά το σύνολο των εκδόχων ενός συγκεκριμένου φαρμάκου βρέθηκε να μην είναι και τόσο "αθώα" όσο αρχικά φαινόταν. Εντοπίστηκε ότι κάποια έκδοχα διαθέτουν και φαρμακολογική δράση, ενώ κάποια άλλα εμφανίζουν επίσης και σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Με τα δεδομένα αυτά θα ήταν απαραίτητο να γίνεται: (α) ένα σχέδιο έρευνας που να μπορεί να διερευνήσει έγκυρα όλα τα στοιχεία του φαινόμενου placebo αλλά και, (β) ένας πιο ισορροπημένος σχεδιασμός των "φαρμάκων" του τύπου αυτού 20. Στον εν λόγω σχεδιασμό θα πρέπει να προσδιορίζονται και να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη σημαντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στο φαινόμενο placebo προκειμένου να αξιολογείται έτσι εποικοδομητικά η επίδραση  εξωτερικών  παραγόντων στην αποτελεσματικότητα μιας συγκεκριμένης θεραπείας. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να υποστηρίζεται η παροχή μιας βέλτιστης θεραπείας για μεμονωμένους ασθενείς και να διαφαίνεται παράλληλα η έκταση στην οποία τα αποτελέσματα των ελεγχόμενων με εικονικά φάρμακά δοκιμών μπορούν να γενικευτούν.

Ως εκ τούτου, υπάρχει μεγάλη ανάγκη έρευνας και προσδιορισμού των σημαντικότερων μη-ειδικών παραγόντων που επηρεάζουν το φαινόμενο αυτό. Όταν αυτοί οι παράγοντες και οι μηχανισμοί δράσης τεκμηριωθούν και αποκαλυφθούν πλήρως, θα συμβάλουν τα μέγιστα τόσο στον τομέα της ιατρικής έρευνας όσο και στο κομμάτι της κλινικής πρακτικής.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1 Gensini GF, Conti AA, Conti A (April 2005). "Past and present of what will please the lord: an updated history of the concept of placebo". Minerva Med 96 (2): 121–4. PMID 16172581.

2. Feinstein AR. Clinical Epidemiology. The Architecture of Clinical Research.Philadelphia: WB Saunders, 1985

3. http: /www.rcpe.ac.uk/cochrane

4. Haygarth J. Of the Imagination, as a Cause and as a Cure of Disorders of the Body; Exemplfied by Fictitious Tractors, and Epidemical Convulsions. Bath: Crutwell, 1801

5. McMahon CE. The 'placebo effect' in Renaissance medicine. J Am Soc Psychosom Dentistry Med 1975;22:3-9

6. Quincy J. Quincy’s Lexicon-Medicum. A New Medical Dictionary. Revised by R.Hooper. London, 1811.

7. Pepper OHP. A note on the placebo. AmJ Pharmacy 1945;117:409-12

8. Armitage P. The role of randomization in clinical trials. Statistics in Medicine. Volume 1, Issue 4, pages 345–352, 1982

9. Beecher HK. The powerful placebo. JAMA 1955;159:1602-6

10. Doongaji DR, Vahia VN, Bharucha MP. On placebos, placebo

responses and placebo responders. J Postgrad Med 1978;24:147-57

11.  Edvin B. Koshi, Christine Ann. Placebo Theory and Its Implications for Research and Clinical Practice: A Review of the Recent Literature, Pain Practice Volume 7, Issue 1, pages 4–20, March 2007

12.  Fields HL, Price DD: Toward a neurobiology of placebo analgesia. In Harrington A (ed): Placebo: probing the self-healing brain. Harvard University Press, Boston (in press)


14. Kennedy WP. The nocebo reaction. Med World 1961;91:203-5

15. Hahn RA. The nocebo phenomenon: concept, evidence, and

implications for public health. Prev Med 1997;26:607-11

16. Hahn RA. The nocebo phenomenon: scope and foundations. In:

Harrington A, ed. The Placebo Effect: An Interdisciplinary Exploration. Cambridge, MA: Harvard University Press, 1997

17.  Rothman KJ, Michels KB. The continuing unethical use of placebo controls. N Englj Med 1994;331:394-8

18. Kenneth J. Rothman, Dr.P.H., and Karin B. Michels. The Continuing Unethical Use of Placebo Controls. N Engl J Med 1994; 331:394-398 August 11, 1994 DOI: 10.1056/NEJM199408113310611

19. Kienle GS, Kiene H. The powerful placebo effect: fact or fiction?. Institut für angewandte Erkenntnistheorie und medizinische Methodologie, Freiburg, Germany. Journal of Clinical Epidemiology[1997, 50(12):1311-1318] DOI:10.1016/S0895-4356(97)00203-5

20.  Kleijnen J, de Craen AJM, van Everdingen J, Krol L. Placebo effect in double blind clinical trials: a review of interactions with medications. Lancet 1994;344: 1347-9