Διοίκηση Υπηρεσιών και Μονάδων Υγείας
'' Η καλή Ποιότητα των Υπηρεσιών μπορεί να μη μειώνει πάντα το κόστος, όμως η κακή ποιότητα πάντα κοστίζει ακριβά''

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Βασικές αρχές της ορθής φύλαξης φαρμάκων κατά την καλοκαιρινή περίοδο

Με την είσοδο του καλοκαιριού ένα πολύ σημαντικό σημείο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα αποτελεί η διασφάλιση της ορθής φύλαξης των φαρμακευτικών σκευασμάτων τα οποία διατηρούμε στο οικιακό μας "φαρμακείο" τόσο για τις καθημερινές τρέχουσες ανάγκες υγείας όσο και για θέματα πρώτων βοηθειών και έκτακτης ανάγκης. Οι ψηλές θερμοκρασίες, που επικρατούν την εποχή αυτή, δύνανται σε κάποιες περιπτώσεις να επηρεάσουν σημαντικά τη δραστικότητα, αποτελεσματικότητα αλλά και την ασφάλεια μερικών κατηγοριών φαρμάκων. Ακόμη πιο έντονο και επικίνδυνο μπορεί να γίνει το φαινόμενο αυτό – κατά τη διάρκεια της εν λόγω εποχής - λόγω της φύλαξης φαρμακευτικών σκευασμάτων στο χώρο του μπάνιου, στο εξοχικό ή εντός του οχήματος μας οδηγώντας αρκετές φορές και σε πιθανή αλλοίωση τους.


Τα περισσότερα φάρμακα, σύμφωνα και με τις οδηγίες που αναγράφονται στο φύλο οδηγιών χρήσης τους οι οποίες βασίζονται σε επιστημονικές κλινικές μελέτες, πρέπει να φυλάσσονται σε θερμοκρασία δωματίου (20 – 25 βαθμούς Κελσίου), ενώ κάποια άλλα πρέπει απαραίτητα να φυλάσσονται στο ψυγείο σε θερμοκρασίες συνήθως μεταξύ 2 – 8 βαθμών Κελσίου. Κανένα φάρμακο όμως δεν ενδείκνυται να εκτίθεται σε θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου, που είναι και ατύπως η ανώτερη επιτρεπτή θερμοκρασία διατήρησης για την πλειονότητα των φαρμακευτικών σκευασμάτων.  
Η ζέστη μπορεί να αλλοιώσει, κάνοντας αναποτελεσματικά σε ορισμένες περιπτώσεις ή ακόμη και απειλητικά για την υγεία κάποια φάρμακα. Οι αλλοιώσεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε ιδιαίτερα σημαντικές βλάβες ζωτικών οργάνων του σώματος μας ενώ σε περιπτώσεις αναποτελεσματικότητας σημαντικής σημασίας σκευασμάτων - όπως για παράδειγμα η ινσουλίνη για τους διαβητικούς ασθενείς - μπορεί να κινδυνεύσει άμεσα ακόμη και η ίδια η ανθρώπινη ζωή.
Αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, το πλέον ανησυχητικό είναι πως ο ασθενής δεν μπορεί στις πλείστες των περιπτώσεων να διαπιστώσει οπτικά από την εμφάνιση και μόνο εάν ένα δισκίο, σιρόπι ή ενέσιμο διάλυμα έχει αλλοιωθεί (ως απόρροια της φύλαξης του σε μη αποδεκτό εύρος επικρατούσας θερμοκρασίας). Παρόλα ταύτα, εάν παρατηρηθεί κάποιο από τα ακόλουθα φαινόμενα απαραιτήτως πρέπει το σκεύασμα να μην χρησιμοποιηθεί αφού πολύ πιθανόν να έχει υποστεί αλλοίωση:
·         Αλλαγή στο χρώμα ή στη συνοχή του, ανεξαρτήτως από την ημερομηνία λήξεως που αναγράφεται στη συσκευασία του.
·         Περίεργη έντονη μυρωδιά.
·         Δισκία, καψάκια ή υπόθετα να παρουσιάζουν ρωγμές, να είναι πιο μαλακά ή πιο σκληρά (απ’ ότι συνήθως) ή  να "κολλάνε" μεταξύ τους.
·         Διαλύματα (κυρίως σιρόπια εκτός των εναιωρημάτων) να εμφανίζουν αιωρούμενα ιζήματα.
Με δεδομένο ότι, κανένα φάρμακο δεν πρέπει να εκτίθεται σε θερμοκρασίες υψηλότερες από τις ενδεδειγμένες (οι οποίες και αναγράφονται ευδιάκριτα στις συσκευασίες τους), ορισμένες κατηγορίες φαρμακευτικών σκευασμάτων είναι όντως πιο ευάλωτες και ευαίσθητες στη ζέστη. Συγκεκριμένα, τα φάρμακα για τις παθήσεις του θυρεοειδή αδένα, τα αντισυλληπτικά και τα ορμονικά σκευάσματα παρουσιάζουν ψηλή ευαισθησία στις μεγάλες εναλλαγές της θερμοκρασίας. Αλοιφές που περιέχουν υδροκορτιζόνη μπορεί να εμφανίσουν σημαντικά μειωμένη αποτελεσματικότητα λόγω αλλαγής θερμότητας, ενώ η νιτρογλυκερίνη ένα φάρμακο αγγειοδιασταλτικό που βοηθάει στη βελτίωση της ροής του αίματος και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της στηθάγχης αλλοιώνεται πολύ γρήγορα εάν υπερθερμανθεί. Επιπρόσθετα, μεγάλη προσοχή απαιτούν τα αντιεπιληπτικά και αντιπηκτικά φάρμακα, των οποίων ακόμη και μικρές διαφοροποιήσεις στην αποτελεσματικότητά τους μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες για την υγεία των ασθενών που τα λαμβάνουν.

Εκτός όμως από τη ψηλή θερμοκρασία και η φύλαξη των φαρμάκων σε χώρους με αυξημένη υγρασία (π.χ μπάνιο) δύναται να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα σταθερότητας κυρίως σε σκευάσματα που βρίσκονται υπό μορφή σκόνης ή ταμπλέτας διαλυόμενης σε νερό αλλά και σε ταινίες που χρησιμοποιούνται ως διαγνωστικά τεστ (π.χ για τη μέτρηση του σακχάρου, ή τεστ εγκυμοσύνης).
 Η εύκολη "λύση" της φύλαξης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όλων των φαρμάκων, που διατηρούμε στο σπίτι, εντός του ψυγείου εμπερικλείει και αυτή τους δικούς της κινδύνους αφού και το ψύχος παράλληλα μπορεί να αλλοιώσει σκευάσματα τα οποία έχουν παρασκευαστεί ώστε να παραμένουν σταθερά σε θερμοκρασίες δωματίου. Ιδιαίτερα ευαίσθητα στο ψύχος παρουσιάζονται τα εναιωρήματα, δηλαδή τα φάρμακα που πρέπει να ανακινήσουμε καλά πριν από τη χρήση τους προκειμένου να διαλυθεί καλύτερα η δραστική ουσία και να λάβουμε ένα ομογενοποιημένο σκεύασμα. Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να λεχθεί πως εάν στα φάρμακα δεν αναγράφεται η σαφής προειδοποίηση «φυλάσσεται στο ψυγείο» καλό είναι να μην τοποθετούνται εκεί.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι άκρως σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση και να ακολουθούνται ευλαβικά οι συστάσεις για τις συνθήκες φύλαξης, οι οποίες αναγράφονται στη συσκευασία κάθε φαρμάκου ξεχωριστά. Κάθε φάρμακο το οποίο δεν απαιτεί φύλαξη εντός ψυγείου, θα πρέπει να βρίσκεται σε ελεγχόμενη θερμοκρασία δωματίου (γύρω στους 25 βαθμούς Κελσίου) με τη βοήθεια όταν απαιτείται και κλιματιστικών, μακριά από κάθε είδους πηγή θερμότητας και από την απευθείας έκθεση στον ήλιο και την υγρασία.
Τέλος, να σημειωθεί πως, οι κίνδυνοι αλλοίωσης των φαρμάκων το καλοκαίρι δεν περιορίζονται αποκλειστικά εντός του χώρου μιας οικίας. Απαραίτητο είναι όπως δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη φύλαξη τους και στις περιπτώσεις εκείνες που:
·       Κατά τη διάρκεια κάποιου αεροπορικού ταξιδιού αντί να έχουμε τα απαραίτητα φάρμακα μας σε χειραποσκευή, τα τοποθετούμε σε αποσκευή που δώσαμε στο check-in.
·       Κατά τη διάρκεια οδικών ταξιδιών έχουμε τοποθετήσει φάρμακα στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου.
·       Παραλαμβάνουμε φάρμακα μέσω ταχυδρομείου, τα οποία κάνουν αρκετά 24ωρα να φτάσουν στον προορισμό τους χωρίς να γνωρίζουμε ακριβώς τις συνθήκες φύλαξης τους κατά τη μεταφορά.
·       Παραθερίζουμε σε καταλύματα και περιοχές όπου υπάρχουν συχνές ή παρατεταμένες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος.



Μάριος Κ. Γενακρίτης

GMDP Inspector
BSc. Pharmacy / MSc. Health Management

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Μηχανισμοί εμφάνισης αντοχής στα αντιβιοτικά



Η δημιουργία νέων αναδυόμενων αντοχών στα αντιβιοτικά από τα βακτήρια αποτελεί πλέον μείζον παγκόσμιο ζήτημα καθώς πληθαίνουν σε ετήσια βάση οι καταγραφές εμφάνισης σοβαρών λοιμώξεων από ανθεκτικά στελέχη, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς ασθενών που πάσχουν από σοβαρά νοσήματα. Με δεδομένη την εν λόγω εικόνα απαραίτητο κρίνεται να γίνουν απόλυτα κατανοητοί οι μηχανισμοί αντοχής των βακτηρίων ούτως ώστε να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα μέτρα θωράκισης των αντιβιοτικών εκείνων σκευασμάτων τα οποία αποτελούν την πρώτη γραμμή στα θεραπευτικά σχήματα που χορηγούνται για ανθρώπινη χρήση.




Τα αντιβιοτικά σκευάσματα με βάση τη δράση τους χωρίζονται σε: (α) βακτηριοκτόνα  τα οποία προκαλούν ταχεία θανάτωση των παθογόνων μικροβίων σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Εδώ ανήκουν τα β-λακταμικά αντιβιοτικά, τα γλυκοπεπτίδια, οι αμινογλυκοσίδες και οι κινολόνες (β) βακτηριοστατικά τα οποία προκαλούν αναστολή του πληθυσμού των παθογόνων μικροβίων  σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Σε αυτά ανήκουν οι τετρακυκλίνες, τα μακρολίδια, οι λινκοσαμίδες και οι σουλφοναμίδες


Description: 20_001


Οι μηχανισμοί εμφάνιησης αντοχής των βακτηρίων στα αντιβιοτικά σκευάσματα διακρίνονται βασικά σε δύο κατηγορίες: (α) τη φυσική ή ενδογενή αντοχή και, (β) την επίκτητη αντοχή.  Η φυσική ή ενδογενής αντοχή είναι χρωμοσωμικού χαρακτήρα και ανεξάρτητη της χρήσης αντιβιοτικών αφού παρουσιάζεται σε όλα τα στελέχη των μικροβίων. Η επίκτητη αντοχή μπορεί να εμφανιστεί είτε μετά από (i) σημειακές μεταλλάξεις στο χρωμόσωμα είτε μετά από την (ii) απόκτηση εξωγενούς γενετικού υλικού από άλλα βακτήρια. Η επίκτητη αντοχή, έχει απόλυτη συσχέτιση με τη χρήση αντιβιοτικών και παρουσιάζεται σε ορισμένα στελέχη μικροβίων.


  1. Οι σημειακές μεταλλάξεις συναντώνται αρκετά σπάνια, είναι τυχαίου χαρακτήρα και αφορούν το χρωμοσωμικό DNA. Επιλέγονται δε, υπό την πίεση των αντιβιοτικών σκευασμάτων και δημιουργούνούν με τον τρόπο αυτό ανθεκτικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεταλλαγμένη θέση πρόσδεσης της πενικιλλίνης της πρωτεΐνης PBP-2a του σταφυλοκόκκου ανθεκτικού στην μεθικιλλίνη (Methycillin Resistant Staphylococcus Aureus - MRSA).
  2. Οι βασικοί τρόποι απόκτησης εξωγενούς γενετικού υλικού από άλλα βακτήρια μέσω της μεταφοράς γονιδίων που εντοπίστηκαν μέχρι σήμερα είναι τρεις:


  • Ο μετασχηματισμός ο οποίος αποτελεί τη διαδικασία πρόσληψης, από ορισμένα βακτήρια, μορίων χρωμοσωμικού DNA (το οποίο έχει προκύψει από τη λύση άλλων βακτηρίων και βρίσκεται ελεύθερο στο περιβάλλον). Στον μηχανισμό αυτό, το "ξένο" DNA εισέρχεται στο κύτταρο-δέκτη όπου και ενσωματώνεται στο χρωμόσωμα του σχηματίζοντας έτσι με ανασυνδυασμό νέα «μωσαϊκά» γονίδια. Αυτό το φαινόμενο είναι σύνηθες σε gram θετικούς (+) κόκκους βακτηρίων.
     
  • Η σύζευξη η οποία χαρακτηρίζεται ως ο βασικότερος μηχανισμός μεταβίβασης γονιδίων αντοχής στους gram αρνητικούς (-) κόκκους βακτηρίων. Η μεταφορά του γενετικού υλικού γίνεται μέσω των πλασμιδίων τα οποία φέρουν ένα ή περισσότερα γονίδια αντοχής (πλασμίδια πολλαπλής αντοχής). Να σημειωθεί ότι, τα πλασμίδια είναι εξωχρωμοσωμικά κυκλικά μόρια διπλής έλικας DNA, τα οποία αντιγράφονται αυτόνομα σε σχέση με το βακτηριακό χρωμόσωμα ενώ κάποιες φορές δύναται να ενσωματωθούν και στο χρωμόσωμα. Στον μηχανισμό σύζευξης απαιτείται η άμεση επαφή μεταξύ δύο βακτηρίων - δότη και δέκτη - η οποία εξασφαλίζεται με ειδικά ινίδια.
  • Η μεταγωγή η οποία εμφανίζεται με τη βοήθεια και μεσολάβηση των ιών με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προσβολή ενός βακτηρίου από έναν βακτηριοφάγο (ειδική κατηγορία ιών οι οποίοι προσβάλουν βακτήρια). Στη φάση πολλαπλασιασμού του βακτηριοφάγου εντός βακτηριακού κυττάρου μικρά τμήματα του βακτηριακού DNA μπορούν τυχαία να ενσωματωθούν στον ιό. Στη συνέχεια και όταν ο ιός προσβάλλει ένα άλλο βακτήριο το DNA του πρώτου ελευθερώνεται στο δεύτερο βακτήριο. Συνήθως όμως το δεύτερο βακτήριο που προσβάλλεται  θανατώνεται από τον ιό. Στην περίπτωση εκείνη όμως που επιζήσει, το πιθανότερο είναι τα ένζυμα του βακτηρίου να αποπολυμερίσουν το ξένο DNA παρά να εμφανιστεί ενσωμάτωση. Εν τέλει, ο δέκτης αποκτά ιδιότητες που δεν είχε προηγουμένως.
    Όλες οι προαναφερθείσες αλλαγές στο γενετικό υλικό των βακτηρίων οδηγούν στην παραγωγή πρωτεϊνών με διαφοροποιημένη δράση που με τη σειρά τους δρουν καταλυτικά στην εμφάνιση της βακτηριακής αντοχής. Οι κυριότερες πρωτεϊνικές αλλαγές αφορούν την παραγωγή αδρανοποιητικών ενζύμων όπως για παράδειγμα οι β-λακταμάσες οι οποίες αδρανοποιούν τα β-λακταμικά αντιβιοτικά και παράγονται τόσο από Gram θετικά (+) όσο και από Gram αρνητικά (-) βακτήρια, μεταβολές στις πενικιλλινοσυνδετικές πρωτεΐνες (PBP) οι οποίες βρίσκονται στον περιπλασματικό χώρο των Gram θετικών (+) βακτηρίων και δεσμεύουν τις πενικιλλίνες και τα άλλα β-λακταμικά μή επιτρέποντας τους να προχωρήσουν στο εσωτερικό του μικροβίου, μεταβολή στη διαπερατότητα των πορινών με αλλαγές στη δομή τους εμποδίζοντας έτσι την είσοδο αντιβιοτικών στο εσωτερικό του βακτηρίου και τέλος, τροποποίηση του τρόπου δράσης η οποία κυρίως εμφανίζεται μεταξύ στελεχών ορισμένου είδους χάνοντας έτσι την ευαισθησία τους σε συγκεκριμένο αντιβιοτικό (όπως οι τετρακυκλίνες για παράδειγμα).
    Παρόλο ότι, η ικανότητα των βακτηρίων να αναπτύσσουν αντοχή στα αντιβιοτικά είναι θέμα συνεχούς εξέλιξης, η μεγαλύτερη ευθύνη βαραίνει τον ανθρώπινο παράγοντα. Έτσι, όσο πιο επισταμένα επιτηρείται και μελετείται εις βάθος το φαινόμενο αυτό τόσο πιο έτοιμη θα είναι και η επιστημονική κοινότητα στην εμφάνιση νέων προκλήσεων και δοκιμασιών προκειμένου να προασπιστεί το πολύτιμο αυτό όπλο της υγείας που το 1928 ο I.Fleming ανακάλυψε τυχαία στα τρυβλία του εργαστηρίου του και που μετέπειτα έσωσε και συνεχίζει να σώζει εκατομμύρια ζωές συνανθρώπων μας.


Marios K. Genakritis


GMDP Inspector


BSc. Pharmacy / MSc. Health Management


Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Επικίνδυνο το σπάσιμο «splitting» των δισκίων

Λόγω της έντονης ύφεσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην οικονομία αρκετοί ασθενείς, σύμφωνα με έγκυρες αναφορές φαρμακοποιών, προχωρούν σε μια απέλπιδα προσπάθεια για μείωση των προσωπικών δαπανών τους για την Υγεία. Μεταβάλουν έτσι, τους τρόπους λήψης των φαρμάκων που λαμβάνουν είτε παραλείποντας όλες ή κάποιες των αναγκαίων δόσεων είτε προβαίνοντας σε αγορά υψηλότερων δυνάμεων κυρίως δισκίων και στη συνέχεια με την ‘κοπή’ τους δημιουργούν οι ίδιοι τις προβλεπόμενες – σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες - γι’αυτούς δόσεις. 

Και οι δύο προαναφερθείσες τακτικές, στις πλείστες των περιπτώσεων, μόνο ζημιογόνες μπορεί να είναι για την υγεία των ασθενών αφού ελλοχεύουν μια σειρά από πιθανούς σοβαρούς κινδύνους. Οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες επιτρέπεται το ‘σπάσιμο’ ενός δισκίου είναι αυστηρά και μόνο όταν κάτι τέτοιο περιλαμβάνεται στις οδηγίες που προέρχονται από τον παρασκευαστή του και είναι παράλληλα εγκεκριμένες τουλάχιστο από κάποια Ευρωπαϊκή Εθνική Αρμόδια Αρχή. Επιπρόσθετα, δισκία τα οποία δεν έχουν κατασκευαστικά κάποια χαραγή που να καθοδηγεί στη δυνατότητα του ‘splitting’ δεν είναι και επιστημονικά ενδεδειγμένο να γίνεται κάτι τέτοιο.
Πέραν τούτου είναι πολύ πιθανή η πρόκληση σύγχυσης σχετικά με την ορθή λήψη μιας δόσης. Αναφέρθηκαν στο παρελθόν περιπτώσεις όπου ασθενείς ενώ είχαν αγοράσει υψηλότερης δύναμης δισκία με σκοπό να προχωρήσουν στην ‘κοπή’ τους, στη συνέχεια το ξέχασαν με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε λανθασμένη χορήγηση λαμβάνοντας εν τέλει υπερβολική ποσότητα φαρμάκου.
Επιπλέον, η ισόνομη κατανομή των δραστικών συστατικών ενός φαρμάκου κατά το ‘σπάσιμο’ του σε μικρότερα μέρη είναι άκρως αμφισβητήσιμη. Μελέτες που κατά καιρούς έγιναν έχουν δείξει ότι η πραγματική δόση σε κάθε μισό ενός δισκίου που διασπάται, χωρίς να ενδείκνυται αυτό σύμφωνα με τον παρασκευαστή του, στις πλείστες των περιπτώσεων είναι ανισομερής. Έτσι, ενώ δύο μισά μπορεί οπτικά να φαίνονται το ίδιο, δεν περιέχουν απαραίτητα και την ίδια ποσοστιαία αναλογία δραστικών θεραπευτικών ουσιών. Με τον τρόπο αυτό οι ασθενείς που τα λαμβάνουν οδηγούνται πολλές φορές, εν αγνεία τους, σε υπο- ή υπερ- δοσολογικά μη αποδεκτά θεραπευτικά σχήματα.


Είναι σημαντικότατη επίσης η λεπτομέρεια πως, ορισμένα δισκία είναι δύσκολο να ‘κοπούν’ λόγω του μικρού μεγέθους ή του ασυνήθιστου σχήματος τους. Αυτοί οι δύο παράγοντες καθιστούν δύσκολη την ίση ‘κοπή’ τους η οποία μπορεί πολλές φορές να οδηγήσει και σε καταστροφή ή/και απώλεια μέρους του φαρμακευτικού σκευάσματος κατά την διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
 Συμπερασματικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι, δεν είναι όλα τα φαρμακευτικά σκευάσματα ασφαλή προς ‘κοπή’ και λήψη. Το κάθε ένα, παρασκευάζεται με προδιαγραφές τέτοιες οι οποίες πάντα συνοδεύονται με τις σχετικές μελέτες αποτελεσματικότητας που βασίζονται με τη σειρά τους σε κλινικές μελέτες πολλών ετών. Επιπρόσθετα, κάποια των σκευασμάτων αυτών έχουν σχεδιαστεί με τρόπο ώστε να απορροφούνται σε συγκεκριμένα μέρη του σώματος π.χ εντεροδιαλυτά φάρμακα. Κάποια άλλα πάλι για να αποδεσμεύουν τις δραστικές τους ουσίες με ένα σταθερό χρονικά ρυθμό. Προς τούτο, ορισμένα από τα σκευάσματα αυτά επικαλύπτονται με ειδικές ουσίες ώστε να ικανοποιείται ο σκοπός για τον οποίο προορίζονται. Πιθανή επέμβαση στις επικαλύψεις αυτές λόγω του ‘σπασίματος’ δύναται να επιφέρει απρόβλεπτες μετατροπές στον τρόπο κυρίως της απορρόφησης τους, μετά από μια λήψη, με πολλαπλούς κινδύνους να παρουσιάζονται για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Ειδικά, τα δισκία με στενό περιθώριο μεταξύ θεραπευτικής-τοξικής δόσης είναι και τα πιο επίφοβα.
Πρόσφατη έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο, που έγινε με τη βοήθεια δισκίων  που συνταγογραφήθηκαν για διάφορες νόσους, όπως Πάρκινσον, καρδιακή ανεπάρκεια, θρόμβωση και αρθρίτιδα ήρθε να επιβεβαιώσει τις πιο πάνω ανησυχίες. Οι ερευνητές ζήτησαν από εθελοντές να κόψουν δισκία διαφορετικών μεγεθών χρησιμοποιώντας τρείς τεχνικές. Οι εθελοντές χρησιμοποίησαν μια ειδική συσκευή, ψαλίδι, μαχαίρι κουζίνας. Τα δισκία που χρησιμοποιήθηκαν διέφεραν τόσο στο σχήμα όσο και το μέγεθος.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ποσοστό 31% των δισκίων που κόπηκαν ήταν διαφορετικά από την αναμενόμενη εναπομένουσα δόση.
Παράλληλα, η έρευνα αποκαλύπτει ότι η συσκευή κοπής ήταν μεν η πιο ακριβής αλλά κατέληγε και αυτή σε σημαντικές αποκλίσεις στο 13% των περιπτώσεων.
Εν κατακλείδι, η πρακτική της ‘κοπής’ ενός φαρμάκου δεν ενδείκνυται να υλοποιείται χωρίς αυτό να είναι πρώτα εις γνώσιν του επιβλέποντα γιατρού και πάντα μετά από σχετικές αναλυτικές οδηγίες και συμβουλές από αυτόν ή τον φαρμακοποιό του κάθε ασθενή. Με δεδομένο πως, τα περισσότερα δισκία δεν είναι κατάλληλα για ‘κοπή’ θα ήταν προτιμότερο αλλά και ασφαλέστερο παράλληλα να υπήρχαν διαθέσιμες στην αγορά από τους παρασκευαστές περισσότερες επιλογές δόσεων ή κάποιες άλλες εναλλακτικές ίδιας δύναμης φαρμακοτεχνικές μορφές.

Μάριος Γενακρίτης
B.Sc Pharmacy , M.Sc Health Management
European Medicines Agency (EMA) Inspector

mgenakritis@gmail.com